Δευτέρα, 9 Οκτωβρίου 2017

Κειμενογράφος (Δια μέσου της τέχνης - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)


Κάθε πολιτισμός τείνει στη δημιουργία ενός κλίματος συγκίνησης, πρόσφορης στην αναζήτηση και την πραγματοποίηση του ωραίου σε όλους τους τομείς της ζωής και ειδικότερα στην τέχνη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί ο πολιτισμός από εξωτερικά προς τον άνθρωπο γνωρίσματα, αλλά από τους ανθρώπους αυτούς καθ’ εαυτούς, από την υπόστασή τους, την πνευματική τους καλλιέργεια, την αέναη τάση τους για την απόκτηση νέων γνώσεων και ιδιαίτερα από την κλίση τους προς την τέχνη και όλες τις εκδηλώσεις της. Η αδιάκοπη αυτή κίνηση, η πνευματική ανησυχία, η έφεση για την πρόοδο, είναι τα σημεία εκείνα που αποδεικνύουν ότι ένας πολιτισμός αποφεύγει τη στασιμότητα.

Κι ενώ όλα αυτά αποτελούν μια κατάσταση, είναι ταυτόχρονα και δημιουργία, ένα διαρκές «γίγνεσθαι», όπου συνυπάρχουν αρμονικά η διάνοια και το συναίσθημα. Η αισθητική αξία που πραγματοποιείται μεταμορφώνει το συναίσθημα σε πνευματική χαρά. Η πρώτη παράσταση που σχηματίζεται στη συνείδηση μετατρέπεται σε μια συγκίνηση ανώτερη, την αισθητική συγκίνηση, η οποία, πλέον, εξαγνίζει το συναίσθημα και το πνευματοποιεί.

Αλλά η τέχνη δεν περιορίζεται να εκφράσει μόνον τις πνευματικές εκδηλώσεις ενός ατόμου ή μιας εποχής ή τις μεγάλες μορφές της συναισθηματικότητας. Επίσης, δεν εξηγεί μόνο το ιδιαίτερο κλίμα που περιβάλλει μια κοινωνία σε ορισμένες στιγμές υψηλού πολιτισμού της. Πέρα από αυτά, η τέχνη είναι μια αυτόνομη ενέργεια που ανυψώνει τον άνθρωπο στη δημιουργία. Ο καλλιτέχνης μεταπλάθει την πραγματικότητα, τη φύση, τη ζωή.

Γίνεται δημιουργός. Κατασκευάζει από την άμορφη ύλη έναν καινούριο κόσμο από ιδέες, μορφές και σχήματα και με τη δημιουργική δράση του, θέτει σε λειτουργία όχι μέρος των δυνάμεων της ψυχής του, αλλά την ψυχή του ολόκληρη.

Με τον τρόπο αυτό, διαμέσου της τέχνης, επιτυγχάνεται η εναρμόνιση του συναισθήματος, η ενεργητική, δηλαδή, πληρότητα του ανθρώπου.

Και ενώ το καλλιτέχνημα υποδηλώνει την πληρότητα του δημιουργού του, αποκτά συγχρόνως μια οργανική αυτοτέλεια που παρέχει την αξία επιτεύγματος μοναδικού και ανεπανάληπτου. Περικλείει την αισθητή ωραιότητα συνυφασμένη με τη ζωή του πνεύματος, περιέχει το άπειρο στο περατωμένο και η αισθητική θέαση αποκαλύπτει την αξία του.

Έτσι, η δημιουργική δύναμη της συνείδησης έχει πραγματοποιηθεί με την τέχνη, χάρη στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος στη σφαίρα του πνεύματος. Στη σφαίρα των αξιών και του πολιτισμού.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


****




Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Λόγια της πλώρης - Το ταξίδι ολοκληρώθηκε!

Η θάλασσα είναι είναι στοιχείο που πάντα γοήτευε τους καλλιτέχνες. Συγγραφείς, ζωγράφους, φωτογράφους. Γιατί η ομορφιά της είναι τόση που κάποιες φορές γίνεται ακόμα και δυσβάστακτη, σαν μια σχέση εξάρτησης που προσπαθείς να ξεφύγεις μάταια.


Έτσι προέκυψαν και ''Τα Λόγια της πλώρης'', εμπνεόμενη από το ομώνυμο βιβλίο του Καρκαβίτσα. Σήμερα το δρώμενο αυτό ολοκληρώνει το ταξίδι του. Μαζί του απολαύσαμε ιστορίες ναυτικών, περιπέτειες πλάι στο κύμα, θαλασσινές ποιητικές εμπνεύσεις, αγάπες καλοκαιρινές, φωτογραφικά κολάζ, ότι ξεβράζεται στην ακτή, όμορφο η άσχημο, ασήμαντο ή καθοριστικό. 

Απολαύστε τες!

Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές

Από τις δικές σας συμμετοχές προέκυψε από κλήρωση ένας συμμετέχων που θα παραλάβει ένα αναμνηστικό δώρο.

Αυτός είναι η Μαρία από το mytripssonblog.blogspot.gr και σε λίγες μέρες θα παραλάβει το δωράκι της. Σας ευχαριστώ όλους όσους συμμετείχατε και δημιουργήθηκε αυτή η όμορφη θαλασσινή συλλογή.

Ως την επόμενη πρό(σ)κληση δημιουργίας μην ξεχνάτε:
Κόντρα σε νωθρούς καιρούς δημιουργούμε όπως και όσο μπορεί ο καθένας.



Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Καρτ Ποστάλ #15 (Λόγια της πλώρης)



******

Τα Λόγια της πλώρης αύριο ολοκληρώνουν το ταξίδι τους. Μαζί τους απολαύσαμε ιστορίες ναυτικών, περιπέτειες πλάι στο κύμα, θαλασσινές ποιητικές εμπνεύσεις, αγάπες καλοκαιρινές, φωτογραφικά κολάζ, ότι ξεβράζεται στην ακτή, όμορφο η άσχημο, ασήμαντο ή καθοριστικό. 

Όσοι θέλετε να συμμετέχετε μπορείτε μέχρι απόψε. Αύριο το πρωί θα γίνει η κλήρωση και θα δοθεί ένα αναμνηστικό δώρο σε έναν από τους συμμετέχοντες.

Κόντρα σε νωθρούς καιρούς δημιουργούμε όπως και όσο μπορεί ο καθένας.


*****


Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές ως τώρα


Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Προτιμήσεις (Σταυρούλα Ηλία)


Αγαπώ τους απελπισμένους ανθρώπους
Τους πολύ τσαλακωμένους, αυτούς με τα σπασμένα
Μυαλά και τα σπασμένα συναισθήματα
Αγαπώ το τρυφερό βλέμμα των θλιμμένων
Το σπάσιμο στη άκρη των χειλιών όσων απογοητεύτηκαν
Αγαπώ τους απελπισμένους ανθρώπους
γιατί ξέρουν πως η απελπισία
Μπορεί να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο
Αν δε σε διαλύσει εντελώς ή σε τρελάνει
Αγαπώ τους ανθρώπους με εκρήξεις κι εξάρσεις
Αγαπώ τους ανθρώπους με αδυναμίες
Αγαπώ τους ευάλωτους
Αγαπώ όσους ρισκάρουν
προκειμένου να ζήσουν
Αγαπώ τους αγωνιστές.

***

Ήταν η στιγμή της Σταυρούλας Ηλία με ένα ποίημα.




Στείλτε και τη δική σας στιγμή.

* Η Σταυρούλα Ηλία είναι απόφοιτη της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται ως καθηγήτρια φιλόλογος στο Γύθειο Λακωνίας, όπου και διαμένει με την οικογένειά της. Παρακολουθεί ΜΠΣ με θέμα τη θεωρία της Λογοτεχνίας και τη Δημιουργική Γραφή. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα φιλολογικού ενδιαφέροντος.


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μεσημέρια του Αυγούστου - Νίκος Σουβατζής (Λόγια της πλώρης)


Τα μεσημέρια του Αυγούστου ποτέ δεν κοιμόταν. Κατέβαινε στην παραλία και αφού άφηνε τα πράγματά της σε μια ήσυχη γωνιά, έμπαινε στη θάλασσα. Κολυμπούσε μέχρι να φτάσει στα βαθιά. Όσο βαθιά χρειαζόταν ώστε να είναι μόνη. Τότε άρχιζε τα παράπονα. Για τη ζωή της που χαραμίστηκε, για τα ταξίδια που δεν έκανε και για τον γιο της, που τον έχασε πριν προλάβει να τον δει να μεγαλώνει. Άρχιζε να κλαίει και τα κύματα σαν ένα στοργικό χέρι έπαιρναν τα δάκρυά της μακριά. Τα μάτια της κοκκίνιζαν απ' το κλάμα και το θαλασσινό νερό. Ύστερα η θάλασσα ηρεμούσε και ηρεμούσε κι εκείνη. Η αναπνοή της ξανάβρισκε το ρυθμό της και τα μάτια της συνέρχονταν απ' το κλάμα. Έπαιρνε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσουν τα πνευμόνια της θαλασσινό αέρα και η καρδιά της πλημμύριζε από ευγνωμοσύνη για τη θάλασσα που της στεκόταν σαν μάνα. Ύστερα έβγαινε στην ακτή και επέστρεφε στο άδειο σπίτι της. Ωστόσο η ηρεμία δεν κρατούσε πολύ. Ένιωθε το σπίτι να στενεύει και τους τοίχους να πλησιάζουν ο ένας τον άλλο έτοιμοι να την συνθλίψουν. Είχε τόσα να πει, θα μπορούσε να μιλάει ώρες ατέλειωτες, αλλά δεν υπήρχε κανείς να την ακούσει. Γιατί σε κανέναν άλλο δεν μιλούσε. Ήταν εκείνα τα κοινότοπα λόγια παρηγοριάς που κανείς δεν εννοούσε και η δυσφορία που έβλεπε στα μάτια των συνομιλητών της όσες φορές είχε μιλήσει για τη ζωή της, που την έκαναν πλέον να σιωπά μπροστά στους ανθρώπους. Τα βράδια έπεφτε αργά για ύπνο και μέχρι να ξημερώσει πάλευε με τα σκεπάσματα.

Όταν πνιγόταν και δεν μπορούσε να πάρει ανάσα, σκεφτόταν τη θάλασσα που τόσα χρόνια την άκουγε με υπομονή και την παρηγορούσε. Όταν θα έφτανε η ώρα να αφήσει πίσω της τον κόσμο μας, η θάλασσα θα ήταν εκεί κοντά της. Θα κοιμόταν στην αγκαλιά της. Θα παραδινόταν σε έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο και αιώνιο. Και ύστερα θα την έπαιρνε η θάλασσα να την ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου. Θα ήταν ένα ζεστό αυγουστιάτικο μεσημέρι με λαμπερό ήλιο. Το καλοκαίρι πέρασε. Ήρθε ο χειμώνας, πέρασε κι αυτός και μετά ήρθε κι άλλο καλοκαίρι Μέσα της υπήρχαν αυτά που την βασάνιζαν και η θάλασσα που θα την ταξίδευε μακριά τους. 

Ένα αυγουστιάτικο πρωί ένιωσε ότι είχε έρθει πια η ώρα. Όταν έφτασε το μεσημέρι ήταν όπως το είχε ονειρευτεί. Ζεστό και ήσυχο, με έναν λαμπερό ήλιο να σκορπάει το φως του. Κατέβηκε στην παραλία, μπήκε στη θάλασσα και ανοίχτηκε στα βαθιά. Τόσο βαθιά ώστε να είναι μόνη με τη θάλασσα. Αυτή τη φορά δεν έκανε παράπονα, ούτε έκλαψε. Μόνο περίμενε να έρθει ο ύπνος. Βαθύς, ήρεμος και αιώνιος. Και ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Τότε άρχισε να ταξιδεύει. Στην άκρη του κόσμου δεν πρόλαβε να φτάσει. Την βρήκαν την επόμενη μέρα να επιπλέει στα ανοιχτά. Στα χείλη της μπορούσε κανείς να διακρίνει ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο. Η όψη της ήταν ήρεμη και γαλήνια. Ήταν η όψη που έχουν οι άνθρωποι όταν αφήνουν πίσω όλα αυτά που τους βασανίζουν και ταξιδεύουν.

*******

Ήταν η συμμετοχή του Νίκου Σουβατζή για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.




Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις μέχρι 30/9.


Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

Απόμαχος - Βαρβάρα Κατσιάνου (Λόγια της πλώρης)


Απόκαμες και έγειρες
στου μπαλκονιού τον ίσκιο.
Με σκέψεις φτεροπόδαρες
μπάρκαρες στ΄αετήσιο

στο πέρα το ταξίδι σου
έτσι όπως έκανες παλιά.
Γεμάτη,πλούσια η ζωή σου
και έλλειψη καμμιά.

Ύπνος βαθύς στα βλέφαρα
όνειρα ζωγραφίζει
και μονοπάτια αφέγγαρα
η θύμηση εγκλωβίζει.

Μόνο θάλασσα και ουρανός
στο μάτι του κυκλώνα
να παραδέρνει στεναγμός
ανταριασμένη εικόνα.

Σκληρή η ζωή εσμίλεψαν
την όψη σου τυφώνες
σαν σ΄έλουζαν τα κύματα
και άγριοι μουσώνες.

Τώρα στ΄αραξοβόλι σου
σου λείπουνε τα μπάρκα
και απ΄το ακρογιάλι σου
σεργιάνι σου και τσάρκα

αναπολείς ωκεανούς
που γέρασες μαζί τους
ωκεανούς και ουρανούς 
και τ΄αλμυρό κρασί τους.


*******


Ήταν η συμμετοχή της Βαρβάρας Κατσιάνου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.




Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις μέχρι 30/9.


*****

Ευχαριστώ όλους σας για τις συμμετοχές σας.
Έχουν μαζευτεί πραγματικά διαμάντια!

Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές ως τώρα


Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Γεύση και άρωμα - Στέλλα Πετρίδου (Λόγια της πλώρης)


Όμορφη μέρα, του φθινοπώρου, πρωινή.
Ατένιζε ο ήλιος στ’ ανοιχτά της
κι η θάλασσα, καθρέφτης του,
τη λάμψη του μεθούσε.

Ο ουρανός απέραντος, καθάριος, γαλανός.
Με ένα αγέρι δροσερός,
σαν χάδι αγκάλιαζε τις φυλλωσιές
των δέντρων και γελούσε.

Και μες στα όμορφα, μιαν ομορφιά κι εσύ.
Νότα αυγουστιάτικης αυγής,
σαν πρόβαλες από μακριά
στα ολόλευκα ντυμένη.

Άρωμα γνώριμο, ζεστού καλοκαιριού,
μιας θάλασσας απέραντης αλμύρα,
που ’ταν ολάκερη θαρρώ
επάνω σου αφημένη.

Κι ορμητικά κυμάτιζαν γαλάζιο φως
οι κόρες των ματιών σου, φλογερές
σαν έπεφταν στο πέλαγο,
που αδούλωτα θωρούσαν.

Κι ο ήλιος χτένιζε τα μαύρα σου μαλλιά,
που ανέμιζαν σαν ζήλευαν της θάλασσας
το κύμα και χρυσαφένια ντύνονταν
χαρούμενα εμπρός του.

Μα βλέμμα είχες παγερό, θλιμμένο και νωθρό.
Γεύση χειμώνα άπλωνε, ατέλειωτη
η σιωπή σου, πέρα ως πέρα μακρινή
και ξένη και πικρή.

Τη σκέψη σου σαν άνεμος με δύναμη σκορπούσε
στο δαντελένιο θαλασσί, σ’ εκείνο
που θωρούσε με νοσταλγία περισσή
ζητώντας μια στιγμή.

Και ίδιο αίνιγμα βαθύσκιωτο εσύ,
καλοκαίρι ζεστό και χειμώνας βαρύς,
νύχτα και μέρα και ήλιος και βροχή,
όλα εσύ, μόνο εσύ.

Κι ακόμα εδώ τη σκέψη να ορίζεις,
σε ίδια εικόνα του μυαλού δοσμένη,
στο ξύπνημα μιας χαραυγής,
φέρνοντας άρωμα καλοκαιριού, μα γεύση από χειμώνα…

Από την ποιητική συλλογή «Μίλα μου γι’ αγάπη», εκδόσεις «άλφα πι»


*******


Ήταν η συμμετοχή της Στέλλας Πετρίδου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.




Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις μέχρι 30/9.




Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Ρωγμές (Ελευθερία Κ.Σ.)


Γυρεύω ένα μονάχα
άγγιγμα
ζεστής και διεισδυτικής
ακτίνας Ηλίου

να εισχωρήσει
σε βάθη και ρωγμές
που ανοίχτηκαν
σε παρελθόντες χρόνους...

να γεμίσει κενά
της τρυφερής
όσο και ανύποπτης
πρώτης μου διαδρομής...

να φωτίσει 
σκοτάδια του νου,
να φέρει γλυκασμό

ανάδυση,διαφυγή
και πέταγμα
από υπόγεια ανήλια...

***

Ήταν η στιγμή της Ελευθερίας με ένα ποίημα.




Στείλτε και τη δική σας στιγμή.


Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Στου λιμανιού την άκρη - Φωτεινή Κ. Χατζηευστρατίου (Λόγια της πλώρης)

Τους παρατήρησα να κάθονται συζητώντας και πίνοντας στο καφενεδάκι στην άκρη του λιμανιού της Ίου - αυτό που οι ντόπιοι αποκαλούν Γυαλό - και νόμιζα ότι κάποιος γύρισε video clip για το remake του τραγουδιού του Μάνου Λοΐζου. 

«Έχω ένα καφενέ
που ακούει όλο τα ίδια
για μπάρκα και ταξίδια
αυτών που μένουνε
και περιμένουνε» *


Μιλούσαν για μπάρκα και ταξίδια, για σκαριά και ανεμολόγια. Χωρίς να ακούσω λεπτομέρειες απ' όσα λέγανε, αλλά από την παραίτηση που διέκρινα στο βλέμμα τους, κατάλαβα ότι δεν ήταν απ' αυτούς "που φεύγουνε και επιστρέφουνε". Αυτοί που φεύγουνε και επιστρέφουνε, έχουν ίσως κουρασμένο βλέμμα, αλλά και μια αχνή σπίθα, αυτή της προσμονής για το επόμενο μπάρκο. 

Ήταν αυτοί "που μένουνε και περιμένουνε". Δεν ξέρω τί, ποιόν, γιατί. Προσπαθώ να μαντέψω...

Τους γιούς, τους ανιψιούς, τους νεότερους φίλους που μπαρκάρουν ακόμα, να γυρίσουν και να τους διηγηθούν ιστορίες για τα θεριά και τους ανθρώπους της θάλασσας που μόνο οι ναυτικοί ξέρουν να πλάθουν στην ακυβέρνητη φαντασία τους;

Τα γέρικα σκαριά με τα οποία κάποτε ταξίδεψαν και πολλές φορές κινδύνευσαν να γίνουν το υγρό φέρετρο τους, μα τα αγαπούν ακόμη και τα ονειρεύονται σε ύπνους τρικυμιασμένους σαν το πέλαγος; 

Τα μελτέμια και τις σοροκάδες να κοπάσουν για να πάψει ο αέρας να σφυρίζει στα αυτιά τους αυτά που θέλουν να ξεχάσουν, τα όσα ανομολόγητα έκαναν σε λιμάνια ξένα;

Το πλοίο της γραμμής να 'ρθει και να μαζεύσει αυτό το αταίριαστο σμάρι ανθρώπων που γλώσσες αλλότριες μιλά και λυμαίνεται τα ακρογιάλια τους και φιλά με χείλη ποτισμένα αλκοόλ την εικόνα της δικιάς τους Παναγίας μέσα στα άσπιλα ξωκλήσια τους;

Μιαν άγκυρα χαλύβδινη με αλυσίδα μακρυά και ασήκωτη, να εμφανιστεί από το πουθενά και να τους δέσει τον νου σε αγκυροβόλιο απάνεμο, να μην μπορεί να γυρίζει στα παλιά;

Το σινιάλο από το ελεήμων φως ενός αγέρωχου φάρου, να τους οδηγήσει επιτέλους εκεί που φοβήθηκαν να πλεύσουν; 

Ή παλι, περιμενούν απλά το γλυκοχάραμα να έρθει και να φέρει μαζί με τον αλιγενή αιγαιοπελαγίτη ήλιο, τα νιάτα τους που χάθηκαν; 

* Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
   Μουσική: Μάνος Λοΐζος
   1η ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

*******


Ήταν η συμμετοχή της Φωτεινής Κ. Χατζηευστρατίου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.


Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις.


Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Γαλάζιο χρώμα - Χριστόφορος Τριάντης (Λόγια της πλώρης)


Οι ποιητές αρνήθηκαν τις λέξεις
(δεν έχουν πια καμία σημασία).
Τα σώματά τους γέρασαν κι αυτά,
μαζί με τις καρδιές των πελαργών.
Στα όνειρά τους δεν έρχεται το φως,
μόνο πίκρες σαν αναθέματα.
Ασταμάτητα οι Ώρες
κλωθογυρνούν την οικουμένη,
ροκανίζοντας τη μουσική
από σύννεφα και δέντρα.
Τα παράθυρα
βούλιαξαν στη λάσπη,
σαν τάφοι μοιάζουν,
δίχως σταυρούς  και δάκρυα.
Αλλά το χρώμα της θάλασσας
είναι γαλάζιο ,
περιμένει – μυστικά - το θαύμα,
να γίνει ψωμί ,
να χορτάσει την πείνα των αθώων.  


*******


Ήταν η συμμετοχή του Χριστόφορου Τριάντη για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.



Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις.


Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Τέλη Αυγούστου.


Υπάρχει αυτό στο τέλος του καλοκαιριού,
που η υγρασία του πρωινού δυσάρεστη είναι στο δέρμα.
Μυρωδιά ανυπόφορη σε πάει πίσω, 
αυτόματα σε άλλες αδιέξοδους.
Θυμίζει σχολική αρχή, αναγκαστική προσγίωση, καθίζηση.
Οι τελευταίες στιγμές που οι γρίλιες κλείνουν.
Τα χρώματα τ΄ουρανού πιο έντονα.
Θαρρείς παλεύει το μπλε πριν έρθει το γκρίζο.
Λίγοι οι τυχεροί, 
λίγοι αυτοί που έχουν περιθώριο για λίγο ακόμα ψέμα.
Πουλιά αναποφάσιστα σε χρυσό ορίζοντα.
Και η κυψέλη γιομίζει ξανά με μέλισσες, 
μα και με κηφήνες.
Τέλη Αυγούστου.
Δεν υπάρχει δικαιολογία, 
μόνο απόφαση.

*****

Για το δρώμενό μου ''Λόγια της πλώρης''.
Μπορείτε να συμμετέχετε και ΄σεις μέχρι 30/9.
Δείτε τις υπόλοιπες συμμετοχές εδώ.




Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017

Το ταξίδι - Χρήστος Θ. Παπαγεωργίου (Λόγια της πλώρης)


Βίρα τις άγκυρες παιδιά
σαλπάρουμε και πάλι
για μέρη που νοστάλγησαν
κάποιοι θαλασσινοί
αποσταμένοι ναυαγοί
σε απόμερο ακρογιάλι
το πέλαγο αγναντεύοντας
γεμάτοι προσμονή.

Φουλάρετε τις μηχανές
κι ο χρόνος δε μας φτάνει
ένα ταξίδι σαν κι αυτό
δεν παίρνει αναβολή
φιλόξενο θα μας δεχτεί
το απάνεμο λιμάνι
η φλογισμένη μας καρδιά
τα στήθια πυρπολεί.

Φέρε το κυάλι δεύτερε
δώσε μου το τιμόνι
να ξανοιχτούμε γρήγορα
σε δρόμους μακρινούς
με τούτο το πλεούμενο
τα κύματα να οργώνει
και τα πουλιά να σκίζουνε
γαλάζιους ουρανούς.

Βίρα τις άγκυρες παιδιά
αντίκρυ στο μουράγιο
μορφές αγαπημένες μας
μαντήλια μας κουνούν
και ψάχνουν μες στα μάτια μας
να πάρουνε κουράγιο
ταμμένες απ’ τη μοίρα τους
πάντα να καρτερούν.

*******


Ήταν η συμμετοχή του Χρήστου Θ. Παπαγεωργίου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.


Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις.


*****


Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές ως τώρα


Δευτέρα, 31 Ιουλίου 2017

Άγνωστες θάλασσες - Βασιλική Δραγούνη (Λόγια της πλώρης)


Κάτω απ' τον αστερισμό του τυχαίου, εκεί που οι δείκτες τέμνουν
τον άθικτο χρόνο, στροβιλιζόμαστε στου αγνώστου τους κυκλώνες.

Έρχονται και μας τυλίγουν σαν οπτασία αέρινη,
σαν φευγαλέα τραγούδια σειρήνων από τα απύθμενα βάθη,
σαν κύματα που ταξιδεύουν από άνεμο σε άνεμο,
σαν μια πρόσκαιρη θύμηση ενός ανεπαίσθητου κόσμου
ποτισμένη με το αλάτι των δακρύων μας

για να μας αφήσουν στην ακτογραμμή, τη λεπτή ισορροπία μεταξύ
ανόδου και πτώσης, άμπωτης και παλίρροιας
που ανεβαίνει και τραβιέται σε συνεχή ρυθμό
με έναν παλλόμενο, αρχαίο ήχο
ακολουθώντας την αδιάσπαστη τροχιά της νύχτας.

Εκεί μπορούμε πραγματικά να βυθιστούμε
μέσα στην έσχατη αιωνιότητα του ορίζοντα,
κάτω από τον ίλιγγο των ουράνιων σωμάτων
και την ανάμνηση ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει
σε αυτές τις μεγάλες θάλασσες

όπου μπορούμε μόνο να ταξιδεύουμε στην επιφάνεια
και ποτέ στα βάθη τους.


******


Ήταν η συμμετοχή της Βασιλικής Δραγούνη για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.



Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις.

*****

Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές ως τώρα


Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Δαρμένη θάλασσα - Γιούλη Βασιλείου (Λόγια της πλώρης)


Μία, δύο, τρεις, μετά τις έξι πέτρες, έπαψε πια να μετράει. Δεν έπαψε όμως να την παρακολουθεί διακριτικά. Δεν ήθελε να πάθει κάτι κακό! Να ξεθυμάνει, ναι, όχι όμως να πάθει κάτι κακό! Πόσο την αγαπούσε! Ένας θεός ήξερε! Από μωρό την είχε μεγαλώσει με στερήσεις, θυσίες. Εβδομηντάρης πλέον αυτός κι εκείνη δεκαέξι χρονών κοπέλα.

"Πάρε κι αυτή,πάρε κι αυτή!", συνέχιζε η μικρή να λιθοβολεί με μανία την θάλασσα. Είχε τα δίκια της. Ορφάνεψε με την πρώτη της πνοή. Πατέρα δε γνώρισε ούτε σε φωτογραφία! Ευτυχώς ο παππούς στάθηκε μάνα και πατέρας.Τώρα ο έρωτας, ο πρώτος της έρωτας, χάθηκε με την πρώτη βροχούλα, ενώ είχε ορκιστεί ότι θα την αγαπούσε χειμώνα-καλοκαίρι!

"Άσ'το καλό!", πόνεσε το χέρι της. Η θάλασσα δαρμένη, έγλειφε τα δάχτυλα των ποδιών της. Τί έφταιγε η δόλια και την χτυπούσε; Έφταιγε για τις αδικίες και τις πίκρες της ζωής;...
Γαλήνεψαν και οι δυο. Ρούφηξε η μικρή μια γερή ανάσα από θαλασσινό άρωμα και επέστρεψε στον παππού που ψάρευε στο γνωστό σημείο.

Το βραδάκι τηγάνισαν τα ψαράκια, έστρωσαν το τραπέζι στο μπαλκόνι, έκοψαν χωριάτικη και ψωμί και πίνοντας κρασί, ένα ποτήρι αυτός, μισό εκείνη, του διάβασε την εφημερίδα του νησιού τους.

******

Ήταν η συμμετοχή της Γιούλης Βασιλείου για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''.


Μπορείτε να συμμετέχετε και 'σεις.



*****


Συμμετοχές δικές μου

Συμμετοχές


Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Πρωινή αφήγηση / Μεταμεσονύκτια αφήγηση (Μανώλης Μπίστας)


πρωινή αφήγηση
Πλύθηκα μ’ άχρωμη λύπη·
μουχλιασμένη σιωπή κυλά στους τοίχους.
Ήχοι μετανάστευσης από πουλιά·
θα γυρίσουν ξανά
στο μάταιο κύκλο ζωής
που ’χω τα πάντα, χωρίς να ’χω τίποτε.


μεταμεσονύκτια αφήγηση
Μετρώντας στιγμές,
περπατώ σ’ αχαρτογράφητους δρόμους.
Λαιμητόμες αναμνήσεις γυρνούν σαν κραυγές.
Οδηγός τα πρόσημα,
με στρέφουν προς το χαμόγελο
ή το δάκρυ.

***

Ήταν η στιγμή του Μανώλη Μπίστα με ένα ποίημα.



Στείλτε και τη δική σας στιγμή.


Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Καρτ Ποστάλ #14 (Λόγια της πλώρης)



*****



Ήταν μια καρτ ποστάλ για το δρώμενο Λόγια της πλώρης. 
Για όποιον θέλει να συμμετάσχει σε αυτήν την πρό(σ)κληση δημιουργίας μπορεί να μάθει λεπτομέρειες εδώ.



Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Λόγια της πλώρης - Πρό(σ)κληση δημιουργίας

Τα Λόγια της πλώρης είναι μια συλλογή διηγημάτων του Ανδρέα Καρκαβίτσα που μιλά για την θάλασσα, την ζωή των ναυτικών και την αγάπη τους για αυτήν. Ένα βιβλίο που μετρά σχεδόν 100 χρόνια, αποτελεί ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό έργο της θαλασσινής ελληνικής λογοτεχνίας. Εγώ έχω την τύχη να το έχω σε μια παλιά, δερματόδετη έκδοση η οποία είναι σχεδόν 40 ετών. Από εκεί είναι και η φωτογραφία που έφτιαξα για το δρώμενο που σας προτρέπω να κάνουμε πράξη.


Η θάλασσα είναι είναι στοιχείο που πάντα γοήτευε τους καλλιτέχνες. Συγγραφείς, ζωγράφους, φωτογράφους. Γιατί η ομορφιά της είναι τόση που κάποιες φορές γίνεται ακόμα και δυσβάστακτη, σαν μια σχέση εξάρτησης που προσπαθείς να ξεφύγεις μάταια.

Για αυτή την ομορφιά να μιλήσουμε. Με λέξεις, σκέψεις, κείμενα και φυσικά εικόνες. Ιστορίες ναυτικών, περιπέτειες πλάι στο κύμα, θαλασσινές ποιητικές εμπνεύσεις, αγάπες καλοκαιρινές, φωτογραφικά κολάζ, ότι ξεβράζεται στην ακτή, όμορφο η άσχημο, ασήμαντο ή καθοριστικό. 

Ξεκινάτε λοιπόν να δημιουργείτε, δημοσιεύοντας τα έργα σας στο μπλογκ σας, βάζοντας απλά σαν υποσημείωση πως είναι για το δρώμενο ''Λόγια της πλώρης''. Καλό θα ήταν να με ειδοποιείτε με ένα σχόλιο στην ανάρτηση αυτή για την συμμετοχή σας. Οι φίλοι που δεν έχουν μπλογκ μπορούν να μου στέλνουν τα κείμενά τους με email και θα τα δημοσιεύω στο ''Κείμενο'' ή στο ''Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά...'' αν είναι φωτογραφικές συλλογές. Μπορείτε να συμμετέχετε και με κάποιο παλιό σας κείμενο. 

Έχετε άπλετο χρόνο να το κάνετε. Ας θέσουμε ως όριο τις 30/9. Μετά, συγκεντρώνοντας όλες τις συμμετοχές, θα κληρώσω ένα συμβολικό δώρο.

Σας εύχομαι ολόψυχα καλές εμπνεύσεις.
Κόντρα σε νωθρούς καιρούς δημιουργούμε όπως και όσο μπορεί ο καθένας.

*****

Συμμετοχές δικές μου
Τα καράβια...
Συμμετοχές ως τώρα
Paperweight / Summer stone - Mia
Της θάλασσας οι θησαυροί - Memaria



Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Το κηροπήγιο

Κάποια αντικείμενα είναι σαν να ζουν μαζί σου. Συνοδεύουν την ζωή σου. Τα κουβαλάς από σπίτι σε σπίτι, από στιγμή σε στιγμή, από τόπο σε τόπο, από αλλαγή σε αλλαγή. Αν είχαν μιλιά για μίλαγαν. Κάποιες φορές θα φώναζαν, κάποιες όμως θα σιωπούσαν επιδεικτικά. 

Η ιστορία ξεκινά σε μια γκαρσονιέρα στον πέμπτο όροφο. 35 τετραγωνικά σπίτι, στο κέντρο. Ίσα ίσα ένα κρεβάτι και ένα τραπέζι. Μια κουζίνα μια σταλιά και ένα βοηθητικό μπάνιο. Χωρίς μπαλκόνι. Μα ξενοιασιά περίσσια. Χρόνια νεότητος και χαλάρωσης. Άνθρωποι και φίλοι αμέτρητοι. Πολλή ζωή ακόμα μπροστά. Πολύς χρόνος για να κάνουμε όλα αυτά που αναβάλαμε τότε, για να κάνουμε άλλα. Υπερθετικός βαθμός σε όλα, αντιστρόφως ανάλογος των τετραγωνικών.

Στην μέση του μοναδικού δωματίου, πάνω στο κλεμμένο τραπεζάκι από το προηγούμενο ενοικιαστή, από το μπουγατσατζίδικο της γειτονιάς, ένα κηροπήγιο που κρατούσε αναμμένες όλες τις φωτιές των πρώιμων χρόνων, φώτιζε τις στιγμές που γέμιζαν μια ζωή υπέροχη, έδινε ζωή στις σκιές, έκανε συντροφιά στις σιωπές και έδειχνε όλες τις αλήθειες που σιγά σιγά έσβηναν μέσα στα πρέπει.


Αυτό το κηροπήγιο λοιπόν μπήκε σε μια χάρτινη κούτα με τα ''μη απαραίτητα'', όταν ήρθε η προαγωγή. Προαγωγή στη δουλειά, προαγωγή στη ζωή και στο σπίτι. Και βρέθηκα στα 120 τετραγωνικά, στο δεύτερο όροφο μονοκατοικίας, στην άκρη της πόλης. Τεράστιο μπαλκόνι. Τέσσερις φορές μεγαλύτερος χώρος. Μα η ζωή δεν χώραγε και το κηροπήγιο έμεινε στο κουτί, σε μια άκρη του παταριού. 

Και όταν κάτι μικρό δεν χωρά σε κάτι μεγάλο, κάτι δεν πάει καλά, Και αυτή η ζωή που είναι μπροστά, μοιάζει σιγά σιγά πιο λίγη για να κάνεις αυτά που ανέβαλες πιο πριν. Για αυτά που θεωρούσες πως έχεις άπλετο χρόνο. Μα αντί να κάνεις, εσύ πάλι αναμένεις. Αναμένεις τι; Την επόμενη ζωή; Άσκοπα εντελώς και μοιρολατρικά. Και το κηροπήγιο ακόμα μένει κρυμμένο. Και δεν ανάβει. Είναι άλλωστε τόσα πολλά τα τετραγωνικά και θα ήταν και ανώφελο να το χρησιμοποιήσεις. 

Μα η ζωή αν εσύ δεν κάνεις κάτι να αλλάξει, κάνει αυτή. Σου πετά πετραδάκια αλλά εσύ κοιμάσαι όρθιος. Και έτσι ξαφνικά σου πετά ένα τούβλο και σε αφήνει στο τόπο. Γιατί δυστυχώς κάποια πράγματα δεν λύνονται, απλά καταστρέφονται. Αλλά από την άλλη ευτυχώς που υπάρχει αυτή η νομοτέλεια που λυτρώνει, έστω και με βάναυσο τρόπο, τους ανθρώπους.


Και να που είμαι πάλι στο κέντρο. Σε ένα υπέροχο κέντρο, που όμοιό του δεν υπάρχει, σε ένα ισόγειο διαμέρισμα 60 τετραγωνικών. Ίσα ίσα ένα κρεβάτι και ένα τραπέζι. Μια κουζίνα μια σταλιά και ένα βοηθητικό μπάνιο. Χωρίς μπαλκόνι. Δεν περιμένω καμία ζωή. Η ζωή είναι τώρα. Τρέχει στα απλά έπιπλα, στο παρκάκι που βρίσκεται απ΄έξω και στην καθημερινότητά μας. Ο χρόνος έχει περάσει, δεν γυρνά δυστυχώς και το παρελθόν δεν αλλάζει.

Το κηροπήγιο έχει βγει από το κουτί και κοσμεί το δανεικό τραπεζάκι. Ο χώρος γεμίζει φως τις νύχτες, η ατμόσφαιρα αλλάζει και η ζωή μοιάζει τώρα πια να χωρά και πολλαπλασιάζεται με μαγικό τρόπο.


Ήταν η συμμετοχή μου στο ''Πες μου μια λέξη - Spring Circles'' που διοργανώνει η Αλεξάνδρα μας. Μια πολύ όμορφη ιδέα που μας ωθεί στο να δημιουργήσουμε. 
Η λέξη που μου δόθηκε ήταν η λέξη ''Κηροπήγιο'' και την σκέφτηκε η Ελένη από το ''Στα μονοπάτια της φαντασίας''.


Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Κειμενογράφος (Πες μας ποιητή - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Ίδιοι δεν είναι οι άνθρωποι πια, ούτε οι τόποι. Μονάχα η αγωνία ίδια, παντού. Κι ο ασυμμάζευτος φόβος. Η πρωτόφαντη τρέλα. Και η σκουριά. Διάχυτη.
Διερράγησαν τα ιστία, θερίζοντας. Ο χρόνος τον άνθρωπο δε δίδαξε, ούτε ο άνθρωπος τον άνθρωπο. Κι εδραιώθη η τάξη του χρήματος και της σύγχυσης. Τα ουρλιαχτά των λύκων η άλλη όψη της ζωής. Κέρινα εκμαγεία, κέρινες μάσκες, κέρινα πρόσωπα μας συντροφεύουν. Ύπνος βαθύς, με αλλοπαρμένα όνειρα γεμάτος, μας τυλίγει. Πόνους αγιάτρευτους κουβαλάμε, μαρτυρολόγια σέρνουμε.


Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας με ποιους ανέμους συνωμοτείς, ποια μουσική ακούς όταν σκαλίζεις στο χαρτί τα σκοτεινά σου αινίγματα; Πώς γίνεται ένας μονάχα άνθρωπος να είναι τόσοι άλλοι, κατεβάζοντας τα φεγγάρια στην πιο σκοτεινή φυλακή, με τα χρυσά μαλλιά του ξεφτισμένα και το πρόσωπο ρημαγμένο, το φωτοστέφανό του σβηστό πεταμένο μέσα στις λάσπες και το κορμί λαβωμένο, τρεκλίζοντας, φωνάζοντας το θεό του;

Πες μας, πώς γίνεται να κουβαλάς το ασήκωτο βάρος του καημού με μάτι άγρυπνο και αυτί ασκημένο στους ψιθύρους, ανελέητος κι ακριβοδίκαιος, ωστόσο, έτοιμος για τη μεγάλη αγρύπνια που διαλαλεί των μαύρων σαν το χιόνι ονείρων την αμφίσημη απειλητική ωμότητα, όπως οσμίζεται του αίματος το μέταλλο, καθώς στα ίσα προμηνύει του αθώου τη σφαγή;

Πες μας για την ανάγνωση και τη γραφή, για το γράμμα και το ψηφίο, καθώς στις ουράνιες κι υπόγειες διαδρομές σου γράφεις την Ιστορία της οικουμένης, σκοντάφτοντας στα άπειρα οστά που τη γεννούν, σταματώντας με δέος σε εκείνα των παιδιών, των δολοφονημένων και των αυτοκτόνων. Και ποιος είσαι εσύ που γνωρίζεις όσα η καταιγίδα, κατάμονος στη βροχή, κουκίδα στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, χωρίς ομπρέλα, χωρίς καπαρντίνα, χτυπώντας τα πόδια σου, πετώντας ένα ένα τα ρούχα καθώς η κραυγή σου ανταμώνει την αστραπή;

Μίλα μας, ποιητή, για την τρομερή άβυσσο αυτών που την έζησαν κι αυτών που δεν την έζησαν, των γεννημένων και των αγέννητων, για το σταθμάρχη που ακόμα περιμένει το τρένο σιωπηλός μαζεύοντας γαρύφαλλα στις έρημες ράγες. Για τις ατέλειωτες νυχτερινές επισκέψεις σου στα ναυπηγεία του κόσμου, προσθέτοντας παράθυρα στα πλοία που ετοιμάζονται να σαλπάρουν, μοιράζοντας τα εισιτήρια της ακαθόριστης προσδοκίας.

Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας, για τα δόγματα που μας βομβαρδίζουν ντυμένα μανδύες ελευθερίας, για το νέο άνθρωπο που συλλέγει χρόνο κι αυταπάτες και το δικό σου αναμάλλιασμα, όρθιος μένοντας σε αυτό το μακελειό, με την ψυχή ζωσμένη με εκρηκτικά και τις τσέπες γεμάτες μολότωφ για τις μεγάλες διαδηλώσεις των σωμάτων, μαζί με τους εξόριστους και τους κατατρεγμένους.

Κι ύστερα, πες μας, ποιος σε κρατά ακίνητο στον αέρα σαν φτερούγα πουλιού; Ποιος σε αγαπά κρυφά και δε σου το’ πε ακόμα; Ποιος; Πώς περνάς και ξαναπερνάς απαρατήρητος ανάμεσα σε μονόδρομους σκοπούς και μουσικές οδυρόμενες; Πώς ξεγλιστράς αναπνέοντας το άρωμα του αίματος και του δενδρολίβανου, της δάφνης και του ιδρώτα των απόκληρων; Εσύ, που αγαπάς τους ισοβίτες αγγέλους, ομολόγησέ μας τις μυστικές σου συναντήσεις με τον Γιεσένιν και τη Γώγου, τον Μαγιακόφσκι και την Άννα Αχμάτοβα, με τον Καρυωτάκη και την Έμιλυ Ντίκινσον και τα μεγάλα σας ζεϊμπέκικα και τα μπλουζ σε κάμαρες μικρές, κλειστές, χωρίς φώτα.

Πες μας, επιτέλους, τι είναι οι λέξεις σου; «Αρρώστια» ή ίαση; Λαμπάδες στις εκκλησίες των ανέστιων και των σαλών ώρες Σαββάτου αναστάσιμου; Λουλούδια, λιανοτούφεκα ή φεγγάρια κατακόκκινα καρφιτσωμένα στη θέση της καρδιάς που αιμορραγεί; Ή είναι εκείνο το μέγα πάθος που το ίδιο σου ανοίγει την πληγή, το ίδιο και την κλείνει; Πες μας, αλήθεια, γιατί άλλην αλήθεια δεν μπορείς να παραστήσεις πάρεξ εκείνης που κουβαλάς μέσα σου, εκείνης, δηλαδή, που σαν στυπόχαρτο ρουφά τον πόνο του άλλου μέχρι να τον νιώσει δικό του;

Κανείς κι απόψε, ποιητή. Κανείς, πια, δε γεννιέται. Ένας θεός ή ένας δαίμονας μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε, νηστικούς για να πεινούμε. Οι ψυχές μας δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν έχουν γλώσσα, ούτε φωνή. Μας έχουν ξεκάνει τα πράγματα, μας ρήμαξε το έρεβος των οραμάτων. Τα μέλη μας τρέμουν. Τα σπλάχνα μας έχουν τον πυρετό της πυρκαγιάς. Πονά το αίμα μας.

Πες μας ποιητή, μίλησέ μας για τους ωραίους ναυαγούς που χάνονται στον έρωτα, στη θάλασσα και στην αθανασία. Για την κοινή μας μήτρα και μοίρα που κομματιάζεται, θανατώνει και θανατώνεται. Γιατί, τόσα χρόνια, τίποτα δε μάθαμε κι ακόμα ψάχνουμε να βρούμε τη θηλειά που μας ταιριάζει.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


****



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Βιβλιοθήκη (Ιστορίες της διπλανής κρίσης - Μαρία Κανελλάκη)

Η Βιβλιοθήκη του Κειμένου έχει την τιμή και την μεγάλη χαρά να σας παρουσιάσει το βιβλίο της αγαπημένης μας φίλης Μαρίας Κανελλάκη, Ιστορίες της διπλανής κρίσης, από τις εκδόσεις 24γράμματα.


Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Οι «Ιστορίες της διπλανής κρίσης» δεν είναι παρά μια προσωπική καταγραφή της ”μνημονιακής” Ελλάδας, έτσι όπως έχει χαρτογραφηθεί ήδη στα κιτάπια της σύγχρονης ιστορίας. Άνθρωποι, συνάνθρωποι, υπάνθρωποι και απάνθρωποι, υπάλληλοι, ντελιβεράδες και μανατζαρέοι, παιδιά γερασμένα, γερασμένοι που νιώθουν παιδιά, ανήσυχες υπάρξεις και φιλήσυχες συνειδήσεις, γυναίκες και άντρες που τιμούν το ρόλο τους και ρόλοι που δεν βρήκαν ακόμα τους εκφραστές τους. Οι προσωπικοί μου ήρωες και αντι-ήρωες, κάτι άνθρωποι-διαμάντια που είχα την τύχη ν’ ανταμώσω, αλλά κι άνθρωποι-σαλιγκάρια, π’ αφήνουν μόνο λεκέδες στο πέρασμά τους… όλοι σε μια μεγάλη γειτονιά, που ξεδιπλώνεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Το λες και «Οδηγό Επιβίωσης»…

H συγγραφέας
Είναι η Μαρία Κανελλάκη.
Γέννημα Αθήνας, θρέμμα ηρωικής Μεγαλονήσου. Μεγάλωσε με αγάπη, κρητική διατροφή, Καζαντζάκη και μουσικές του Ξυλούρη, του Φουσταλιέρη και του Μουντάκη. Σπουδές στο χώρο της Επικοινωνίας και των Δημοσίων Σχέσεων και εργασία στο χώρο της πληροφορικής.

Είχε την τιμή να φιλοξενηθεί κατά καιρούς σε ηλεκτρονικούς χώρους όπως:
24γράμματα, Βibliotheque, στην ηλεκτρονική πλατφόρμα Ιnner & στο ΑΝΕΜΟΛΟΓΙΟ του Γιώργου Ιατρίδη.
Συμμετείχε στην έντυπη έκδοση: ''Mια εικόνα… χίλιες λέξεις'' (tovivlio.net-2016)
Συμμετείχε επίσης σε συλλογικές δουλειές στα e-books:
''Το γραμμόφωνο'' [Eπιμέλεια: Γιώργος Ιατρίδης]
''Μια ιστορία αγάπης | 15+1 bloggers''[Επιμέλεια έκδοσης: Γιάννης Φαρσάρης]
''Ένας πίνακας… δυο ιστορίες: Αντανάκλαση – Παραμορφωτικός καθρέφτης'' [Εκδόσεις: 24γράμματα]
''25th hour project'' [Eπιμέλεια έκδοσης: Γιώργος Ιατρίδης]
''Η Σοφίτα'' [Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Νικολάου]
''Το μυστήριο του καφενείου'' [Επιμέλεια έκδοσης: Μαρία Νικολάου]
Κείμενά της ερμηνεύτηκαν στη θεατρική παράσταση ''DEADlivery boy'', της ομάδας εκπαιδευτικών: ΠΟΛΥΔΡΑΣΗ, στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων (Ιούλιος 2014)

Τα τελευταία χρόνια, στεγάζει τις ιστορίες της στο προσωπικό της blog: www.toapagio.blogspot.gr

Καλορίζικο και καλοτάξιδο!


Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Εγώ ήμουν πάντα - Πεμπτουσία - Μάνες (16ο Συμπόσιο Ποίησης)


Εγώ ήμουν πάντα.

Εγώ ήμουν πάντα.
Σαν ανεμώνη πανέμορφη, με φύλλα σκισμένα.
Αλλαγμένη ή απαράλλαχτη.
Σαν θυγατέρα, σαν αδερφή.
Στις ίδιες θάλασσες, στα ίδια θρανία.
Σε κυριακάτικα γλυκά αδιέξοδα, σε Δευτέρας πρέπει.
Εγώ ήμουν πάντα.
Μαζί με φίλους, παρέες,
Σαν μοναχικές χειμωνιάτικες βροχές.
Στα ίδια ψέματα, τους ίδιους ρυθμούς της αλήθειας.
Εγώ ήμουν πάντα.
Σαν ερωμένη, σαν ''απλά'' φίλη.
Και ο έρωτας πάντα κλέφτης,
καημός σε στενό ερημικό.
Μια λέξη απόσταση η ευτυχία.
Εγώ ήμουν πάντα. 
Σαν κορίτσι, σαν κάποια Μαρία.
Στης δικής μου νύχτας μυστικό,
σαν φιλί κλεμμένο,
ζωής καρτέρι.
Εγώ είμαι τώρα.
Η κόρη, η γυναίκα, η σύζυγος,
εναλλάσσοντας χαρές και λύπες,
σε ένα παράξενο θεατρικό, 
σε μια καινούρια παράσταση, 
έχοντας λάβει ξαφνικά το ρόλο της μάνας. 

Ήταν η συμμετοχή μου στο "16ο Συμπόσιο Ποίησης" της Αριστέας. Ευχαριστώ την οικοδέσποινα για την φιλοξενία και όλους όσους προτίμησαν την συμμετοχή μου.
Προαπαιτούμενη λέξη ήταν ''μάνα - μητέρα - μαμά''
Νικήτριες στέφθηκαν οι Mary Pertax με το ποίημα ''Πεμπτουσία'' και η Ελένη Β με το ποίημα ''Μάνες''. 
Απολαύστε τις συμμετοχές τους.

Πεμπτουσία, Mary Pertax 

Οι λέξεις στροβιλίζονται στο νου,
ψάχνουν απεγνωσμένα
διέξοδο να βρουν, 
σε μια σειρά να μπουν ποθούν,
γυρεύουν τρόπο να εκφραστούν.
Χτυπούν, βροντούν 
και ατίθασα το νου μου κυριεύουν, 
ελεύθερα και ασύδοτα δοσμένες
με βούληση σαν του ατμού,
να εκτοξευτούν
στο αχανές το σύμπαν ταξιδιώτες.

Κι ήταν μια λέξη ο ένοχος, μια τόση δα λεξούλα
που έκανε όλη τη ζημιά 
ξεσήκωσε φουρτούνα.
Μάνα! 
Μόλις τη σκέφτηκα εθόλωσε ο νους μου.
Και η ψυχή εφούσκωσε 
πλέρια συναισθημάτων,
που ανάμεσα τους σπρώχνονταν 
ποιο θα επικρατήσει.

Έσπρωχνε η Τρυφερότητα 
στην άκρη την Αγάπη.
Φώναζε η Αυταπάρνηση για να υπερισχύσει.
Μετά η Φιλικότητα 
που τους καλόπιανε όλους.
Μιλούσε η Αυστηρότητα 
για να τους νουθετήσει.
Κι ήταν ακόμα ένα σωρό, η Τάση για θυσία,
Το νουθετώ της Διδαχής,
η Υπερπροστασία. 
Η Ανιδιοτέλεια, μάχονταν με μανία.
Και μόνο η Παρηγοριά στην άκρια φοβισμένη, 
παρέα με την Αγκαλιά το χέρι της κρατούσε. 

Η μάχη τους με κούρασε και άνοιξα τις πύλες
να πορευτούν όπως μπορούν.
Και βρήκανε τον τρόπο.
Όρμησαν ξάφνου μονομιάς
στο δρόμο της καρδιάς μου
Και έγιναν το χαμόγελο της γλύκας της μεγάλης
Και από εκεί ξεχύθηκαν
με δίψα  στα ουράνια
γράφοντας  ανεξίτηλα η  πύρινη γραφή τους.

Όλα εμείς ανήκουμε σε μία μόνο λέξη.
Σε δύο μόνο συλλαβές που είναι ο κόσμος όλος.
Και είναι μία μοναχά, βασίλισσα των πάντων!
ΜΑΝΑ ηχούνε τα βουνά, ΜΑΝΑ ηχεί η πλάση! 


Μάνες, Ελένη Β

Απόψε
Μια γυναίκα ακουμπά ένα παιδί στην ψάθα.
Ξαποσταίνει πλάι του.
Εκείνο αποκοιμιέται νηστικό.
Εκείνη θα πεινάει όλη νύχτα.

Απόψε
Μια σειρήνα σκίζει την πόλη στα δυο.
Μια γυναίκα προσεύχεται βουβή
έξω από ένα χειρουργείο.
Κρυώνει. Και φοβάται.

Απόψε
Ο αέρας σπρώχνει στη στεριά μια βάρκα.
Μια γυναίκα πετά μέσα δυο παιδιά.
Μια ριπή σκίζει τη σιωπή
κι εκείνη πετά τη μαντίλα της στο νερό.

Απόψε
Ένας εφιάλτης χαλά τον ύπνο.
Μια γυναίκα κλαίει με λυγμούς
Για εκείνο που λαχτάρησε
και ποτέ δεν απόκτησε.

Απόψε
Μια γυναίκα σκούζει με πόδια ανοιχτά.
Το κλάμα ενός παιδιού
Και της γυναίκας. Ανακούφιση. 
«Να σας ζήσει!»

Πριν από αιώνες
Μια γυναίκα κλαίει σκυφτή
κάτω από έναν ξύλινο σταυρό.
Ακόμα κλαίει
και μαζί της κι όλες οι γυναίκες της γης.

Μη με ρωτήσετε πως τις λένε.
Δεν ξέρω.
Μάνες άκουσα κάποιον να τις λέει.  


Κόντρα σε νωθρούς καιρούς δημιουργούμε όπως και όσο μπορεί ο καθένας.




τελευταία Κείμενα