Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κειμενογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κειμενογράφος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Μαΐου 2020

Κειμενογράφος (Η ποίηση, σε δύσμοιρους καιρούς - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Κατά καιρούς δυο αιώνια ερωτήματα επανέρχονται επίμονα. Χρειάζονται, άραγε, οι ποιητές; Έχει θέση η ποίηση στη ζωή των ανθρώπων; Σε δύσκολες και δύσμοιρες εποχές, όπως αυτή που διανύουμε, προβάλλει η ερωτηματικότητα πιο επιτακτικά. Συνήθως είναι η άποψη ότι η ποίηση χρησιμεύει για να ευφρανθούν οι αισθήσεις μέσω της αισθητικής των λέξεων και του εσωτερικού ρυθμού που διαθέτει ένα ποίημα. Οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις και οι συμβολισμοί ενός ποιήματος, δημιουργούν εικόνες στους αναγνώστες που ευχαριστούν την αισθητική πλευρά του ανθρώπου. Αν ισχύουν τα παραπάνω και η ποίηση είναι μόνο αυτό, τότε εν πολλοίς είναι μια συνηθισμένη πολυτέλεια στην καθημερινή ζωή, καθώς στο προσκήνιο βρίσκεται η συνεχής πάλη και αγωνία του σημερινού ανθρώπου. Αυτός είναι ένας λόγος που δε διαβάζει ποίηση η πλειοψηφία του κόσμου.

Υπάρχει, όμως, κι ένας λόγος που ανάγεται στην ύπαρξη. Ενώ ενστικτωδώς αναγνωρίζεται ότι η ποίηση αγγίζει κάτι το υψηλό, ταυτόχρονα υπάρχει ένας φόβος προσέγγισής της. Αυτό που ψυχικά έλκει, αλλά και φοβίζει ταυτόχρονα ονομάζεται δέος. Τι είναι αυτό που φοβίζει, άραγε; Στην πραγματικότητα είναι η αναμέτρηση με τον εαυτό. Συνεπώς, η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από απλή αισθητική. Ο ποιητής, όταν συλλαμβάνει το περιεχόμενο ενός ποιήματος, πέρα από το τεχνικό και αισθητικό μέρος του πράγματος, βιώνει μια άλλη διάσταση του πραγματικού, ένα γεγονός το οποίο το εξωτερικεύει με λέξεις. Αυτό το γεγονός βιώνεται στο χωροχρόνο της φαντασίας, σε μια άλλη πραγματικότητα. Ο εσωτερικός αυτός χώρος είναι ο φαντασιακός, εκεί όπου συναντιέται η νόηση με τα συναισθήματα. Η νόηση συναισθάνεται και τα συναισθήματα νοούν πάνω στις μορφές.
Αυτές οι μορφές, αποκαθαρμένες από τη διαστρεβλωμένη εξωτερική πραγματικότητα, αληθεύουν και οδηγούν τον ποιητή στην αρχετυπική καταγωγική φύση του ανθρώπου. Στο βαθμό που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο ποιητής φτάνει στην απέραντη ομορφιά της φύσης. Επομένως, εκεί βρίσκεται το Καλό. Στην ουσία ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή αναμέτρηση αυθυπέρβασης με τον εαυτό του. Σκοπός του είναι να περάσει την πύλη που θα τον οδηγήσει στην ομορφιά της φύσης του. Η ομορφιά αυτή δεν περιγράφεται με ηθικολογικούς όρους, αλλά με οντολογικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι ποιητές μπορούν εν δυνάμει να είναι ανεξαιρέτως όλοι οι άνθρωποι. Οι εξωτερικές πράξεις των ανθρώπων καθορίζονται μέσα από την εσωτερική λειτουργία. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συμβεί αλλαγή στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αν δε συμβεί η υπαρξιακή επαναστατική διάβαση του εαυτού στη φύση του. Υπό αυτή την έννοια, η ποίηση έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος θέλει;

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

****



Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Κειμενογράφος (Καλλιτέχνης και τέχνη - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Ο καλλιτέχνης, ως τεχνίτης της ομορφιάς και του ιδεώδους, είναι ένας μύστης της τέχνης, ένας ιερουργός και παράλληλα ένας κολασμένος.

Ιερουργός και κολασμένος, γιατί έχει να επικοινωνήσει με τα άδυτα της ψυχής και του επέκεινα. Έχει να απεικονίσει την καθεστηκυία πραγματικότητα και ταυτόχρονα να την καταγγείλει μέσα από την ίδια του τη συμμετοχή. Να ζήσει την αρχέγονη εμπειρία πέρα από διανοητικές κατασκευές και λεκτικές ακροβασίες και να την αποδώσει μέσα από τον ήχο, το λόγο, το χρώμα. Μέτοχος, γιατί συμμετέχει στα βιώματα και στις εμπειρίες του κόσμου, με μια συμμετοχή όχι μόνο ταυτιστική αλλά ταυτόχρονα απολλώνεια, τέτοια, που προϋποθέτει την απόστασή του, ως παρατηρητή, από το έργο τέχνης.

Ασκητής και περιπλανώμενος, μέτοχος και κοινωνός του κόσμου και απομονωμένος από αυτόν, εικονοκλάστης, ζώντας στο χώρο των σκιών, των εικόνων και της φαντασίας, κάτοικος ενός προγονικού ασύλου και κάτοχος μιας άλλης γλώσσας κι ενός ιδιότυπου κώδικα, προβάλλει την τέχνη του με την ίδια κίνηση που προβάλλει το νεογέννητο παιδί το πρόσωπό του στον έξω κόσμο, συντρίβοντας έτσι τις ήδη υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις και ανοίγοντας δρόμους απελευθέρωσης.

Ο καλλιτέχνης βρίσκεται σε μια ιδιόρρυθμη σχέση με το έργο του. Σχέση θα λέγαμε παιδιού με τη μάνα. Αυτή η σχέση, πέρα από την πνευματική της διάσταση, έχει να κάνει με μια «σαρκική», θα λέγαμε, επικοινωνία του καλλιτέχνη με το έργο, σύγγραμμα, πίνακα, άγαλμα, μουσική σύνθεση.

Ο καλλιτέχνης αιμορραγεί ως το θάνατο, ένθεος αλλά και κολασμένος. Μέσα από τη ρήξη, με τον ίδιο του εαυτό του, γίνεται «άλλος», διαλύεται, κατακερματίζεται, χάνει την ταυτότητά του, εξαντλώντας μέσα του όλα τα δηλητήρια και κρατώντας από αυτά την πεμπτουσία τους. Φορτισμένος από μύθους και σύμβολα, κινείται σε χώρους απρόσιτους, αντιφατικούς, ατέρμονους, επικίνδυνους, αγωνιώδεις, αναζητώντας το φως, περιπλανώμενος μες στο σκοτάδι. Για να αποκτήσει όμως ο καλλιτέχνης και ειδικότερα ο ποιητής μια ικανότητα διαισθητικής πρόβλεψης και ενός ουσιαστικού κοιτάγματος της ζωής, θα πρέπει να φτάσει στην πλήρη απορρύθμιση. Η απορρύθμιση αυτή τον οδηγεί στη βαθιά γνώση του αγνώστου, πάντα, βέβαια, μέσω της σκέψης.

Η τέχνη είναι υπόσχεση της απελευθέρωσης. Ο καλλιτέχνης, φορτισμένος από μια εμπειρία θανάτου, αναλώμενος σαν εσωτερικότητα και σαν «εγώ» και ανακαλύπτοντας τον «άλλον» απέναντί του, φτάνει στις ακρώρειες του μη πραγματικού, ατέρμονου και αδύνατου. Μέσα από αυτή την αγαπητική σχέση του «είναι» του με το «είναι» του κόσμου, αποκρυπτογραφεί κώδικες, λέξεις, ήχους, χρώματα, αποκαλύπτοντας και προσεγγίζοντας την αρχέγονη σημασία και προέλευσή τους.

Ανακαλύπτοντας, έτσι, τον εαυτό του και τον «άλλον», στην ολότητα ενός καθολικού «είναι».

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


****




Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Κειμενογράφος - Βιβλιοθήκη (Ο χορός μιας μοναχικής καρδιάς - Γιώργος Δερβεντλής)

Η μοναξιά πονάει και σκοτώνει.
Τι άραγε μπορεί να γίνει όταν δύο μοναχικές καρδιές που είναι εθισμένες στο λάθος αποφασίσουν να ενωθούν και ως που μπορούν να φτάσουν;

Αποτέλεσμα εικόνας για Ο χορός μιας μοναχικής καρδιάς - Γιώργος Δερβεντλής''Σε ένα διαμέρισμα σε μια γωνιά του Μεταξουργείου, ο ήχος από το κομπρεσέρ σπάει την σάπια ησυχία της γειτονιάς. Ο Γιώργος σηκώθηκε με κόπο απ’ το κρεβάτι βλαστημώντας. Έκλεισε τα αυτιά του με τα χέρια προσπαθώντας έτσι να μετριάσει αυτόν τον εκνευριστικό θόρυβο που του τρυπούσε το κρανίο. Με αργά βήματα διάσχισε το δωμάτιο το οποίο του έμοιαζε σαν να γυρίζει και να δονείται στους ρυθμούς του κομπρεσέρ. Βγήκε απ’ το δωμάτιο που βρισκόταν και κατέβασε τα χέρια του. Ο θόρυβος ευτυχώς απομονώθηκε εν μέρει πίσω από την πόρτα και κατάφερε να ηρεμήσει. Κοίταξε το ρολόι του, ήταν 6 η ώρα ακόμα. 

Αναστέναξε αγανακτισμένος και άρχισε να τρίβει με απαλές, κυκλικές κινήσεις το μέτωπό του. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει απ’ τον θόρυβο καθώς και από την μόνιμη θλίψη και αϋπνία που τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία χρόνια. Η αϋπνία είχε καταφέρει με το πέρασμα του χρόνου να εξουθενώσει πλήρως το κορμί και το μυαλό του. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμαπολύ εύκολα να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και από την θλίψη να πέφτει στα σκοτεινά μα και απελευθερωτικά μονοπάτια της μανίας. Οι αλλεπάλληλες και εξοντωτικές συνεδρίες και οι ατελείωτες θεραπείες σε συνάρτηση με την φαρμακευτική αγωγή, είχαν καταφέρει να κρύψουν για τα καλά αυτήν τα συμπτώματα της μανίας και έτσι να μπορεί να περνάει απαρατήρητος στους άλλους. Σαν αποτέλεσμα όμως αυτών είχε πετύχει τον εγκλεισμό του στο μαύρο χάος της κατάθλιψης και της μοναξιάς του.

Έρμαιο αυτής της καταραμένης του μοναξιάς, κάθε βράδυ τριγυρνούσε στους δρόμους της Αθήνας από μπαρ σε μπαρ, προσπαθώντας να γνωρίσει την ''μία'' που θα τον έβγαζε από αυτήν την ζοφερή πραγματικότητα που ζούσε. Μάταια όμως πάντα κατέληγε μόνος, όπως τόσα χρόνια. Το σπίτι του ήταν το κλουβί και ο καθρέφτης της ψυχής του. Ήταν χάλια και σε άθλια κατάσταση, όπως άλλωστε και ο ίδιος. Δεν είχε καμιά όρεξη να ασχοληθεί με το οτιδήποτε, το κάθε τι του προκαλούσε δυσφορία όλο και πιο πολύ.

Έσυρε το κορμί του ανάμεσα από πεταμένα ρούχα, πεταμένα πλαστικά πιάτα και ποτήρια, ως την τουαλέτα. Το περπάτημα του θύμιζε κάτι από ζωντανό νεκρό. Με κόπο έφτασε ως την τουαλέτα και άνοιξε την πόρτα, δεν είχε καμιά όρεξη να βγει από το σπίτι όμως έπρεπε να ετοιμαστεί για την δουλεία του. Έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο του και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, τα μάτια ήταν κόκκινα με μαύρους κύκλους από την αϋπνία, τα σκληρά γένια και το μονίμως θλιμμένο βλέμμα, έκανε το πρόσωπο του να έχει χάσει κάθε ίχνος ανθρώπινης χροιάς. Βογκώντας έσκυψε και άνοιξε το ντουλάπι. Τα κόκαλα του έτριξαν με θόρυβο στην κίνηση αυτή, όλο του το κορμί πόναγε και η κάθε του κίνηση θύμιζε μαρτύριο. Από το ντουλάπι έβγαλε ένα ασημένιο κουτί, το άνοιξε και από μέσα έβγαλε ένα χάπι Eskalith και το κατάπιε με λίγο νερό. Το λίθιο του έκανε καλό, εξισορροπούσε το μυαλό και το κορμί του, τον έβγαζε από αυτή την τρομαχτική διχοτόμηση, τον έκανε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις φοβίες του και τις εμμονές του. Όμως το λίθιο τον έριχνε σωματικά, αισθανόταν πάντα μια τρομερή ατονία που του διέλυε το μυϊκό του σύστημα και έντονες ζαλάδες και ναυτίες. 

Την λύση για αυτό το πρόβλημα την είχε βρει, ήταν βέβαια αντίθετη με την γνώμη του γιατρού του, όμως δεν έβρισκε άλλο τρόπο για να κατευνάσει τον πόνο του. Απ’ το ασημένιο κουτί έβγαλε ένα σακουλάκι με άσπρη σκόνη και προχώρησε αργά προς το τραπέζι της κουζίνας. Κάθισε σε μια καρέκλα άνοιξε το σακουλάκι και άπλωσε λίγη σκόνη στο τραπέζι. Από το ίδιο κουτί έβγαλε και ένα κοντοκομμένο καλαμάκι και έριξε μια απότομη και βίαιη ρουφηξιά. Η κοκαΐνη του έκαψε την μύτη και τα σωθικά, αλλά και τον ταρακούνησε, δένοντας όλα τα κομμάτια του και δίνοντας του μια απίστευτη αίσθηση τόνωσης. Τώρα πια ήταν έτοιμος να βγει απ’ το σπίτι, ένιωθε ότι όλα τα γρανάζια του σώματός του είχαν μπει στην θέση τους. Έβαλε το μπουφάν του, το πιο ζεστό που είχε μιας και έξω έκανε κρύο, και άνοιξε την πόρτα. Πριν βγει έξω κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, το πρόσωπο του είχε πάρει μια πιο ανθρώπινη και αυτάρεσκη μορφή. Έριξε ένα χαμόγελο στο είδωλο του που τον κοιτούσε με ορθάνοιχτα, κατακόκκινα και διεγερμένα μάτια και βγήκε έξω κλείνοντας την πόρτα.

Βγαίνοντας απ’ την πολυκατοικία ήρθε αντιμέτωπος με το τσουχτερό κρύο του Νοέμβρη. Ο αέρας του μαστίγωνε το πρόσωπο κάνοντας τον να ανατριχιάσει προς στιγμήν. Κοίταξε το ρολόι του, ήταν 7:30, είχε ακόμα δύο ώρες στην διάθεση του και καθόλου όρεξη να πάει στην δουλειά. Η δουλειά του δεν ήταν μακριά, όμως η σκέψη ότι θα έμενε αυτές τις ώρες σπίτι τον τρέλαινε. Κούμπωσε ως επάνω το μπουφάν του, δεν ήθελε να αφήσει σπιθαμή του κορμιού του ακάλυπτη από το κρύο. 

Έβγαλε το mp3 από την τσέπη του και διάλεξε την μουσική, τορύθμισε έτσι ώστε να παίζει δυνατά τα αγαπημένα του τραγούδια απομονώνοντας τον από τους γύρω θορύβους και με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες ξεκίνησε να περπατάει με αργό βήμα."

Βιογραφικό
Ο Γιώργος Δερβεντλής γεννήθηκε στις 20-02-1982. Μεγάλωσε στον Πειραιά και έζησε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Είναι μηχανικός στο εμπορικό ναυτικό, έχει ταξιδέψει αρκετά και σε πολλά μέρη. Ανέκαθεν είχε πάρα πολλά πράγματα στο κεφάλι του τα οποία ήθελε να πει. Έκανε πολλές προσπάθειες για να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά, χωρίς όμως επιτυχία. Πριν πέντε χρόνια αποφάσισε να πάρει χαρτί και μολύβι και να τις βάλει κάτω. Το αποτέλεσμα ήταν το πρώτο του βιβλίο, μια ιστορία με τις δικές του ανησυχίες και αγάπες. Χάρη στη γυναίκα του που πίστεψε την ιστορία που ήθελε να πει, εκδόθηκε το ''Αθήνα 2020''. Πρόσφατα τελείωσε και το δεύτερο βιβλίο του με τίτλο ''Ο χορός μιας μοναχικής καρδιάς''.


----------------------------------------------------------------------------------------------------------------




Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος'' ή το βιβλίο σας (ηλεκτρονικό ή έντυπο) στην βιβλιοθήκη του Κειμένου. Email αποστολής asmhnio@gmail.com.




Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Κειμενογράφος [Αγάπη της Σιωπής (απόσπασμα) - Κική Κωνσταντίνου]


«Το παλάτι της πριγκίπισσας Σίσσυς, το Ποντικονήσι, το Κανόνι, το Φρούριο, την Παλιά Πόλη, τα σοκάκια, τις μπουγάδες που απλώνουν χιαστά στις βεράντες αντικριστών σπιτιών και το δρόμο που σπάνε τις κανάτες είναι λίγα από όσα πρέπει να φωτογραφίσω», συλλογιζόταν τη στιγμή που την είδε. Και τότε σταμάτησε.

Έμεινε εκεί, ακούνητος, ασάλευτος, σε ένα σοκάκι να τη χαζεύει μαγεμένος.

Στεκόταν εκεί, ψηλή, αδύνατη, με λίγο χλωμή επιδερμίδα και μαύρα, λίγο πιο πάνω από τους ώμους, ολόισια, γυαλιστερά μαλλιά. Το κούρεμα των μαλλιών της ήταν ασύμμετρο, τριγωνικό, πίσω ήταν πιο κοντά και μπροστά μάκραιναν με έμφαση στις μύτες, ενώ πυκνές, μαύρες, καλοχτενισμένες αφέλειες κοσμούσαν το όμορφο πρόσωπό της.

Τα μάτια της ήταν σκιστά. Αδιαμφισβήτητα ήταν τουρίστρια. Το προμήνυαν τα χαρακτηριστικά αλλά και το ντύσιμό της.
Φορούσε ένα ψηλόμεσο, λευκό, λινό παντελόνι, μια φαρδιά πουκαμίσα αμάνικη σε απαλό τόνο του εκρού, λευκά σανδάλια και ένα ψάθινο καπέλο.
Βρισκόταν στην είσοδο ενός μικρού μαγαζιού. με τουριστικά είδη και κοιτούσε μαζί με τρεις φίλες της, τα καρτ-ποστάλ και τα μαγνητάκια που υπήρχαν στοιβαγμένα σε μια ειδική εσοχή του καταστήματος.

Προσπάθησε να θυμηθεί τι συλλογιζόταν πριν τη δει και δεν μπορούσε.
«Ω! Μπορεί να συμβαίνει στ’ αλήθεια αυτό;» αναρωτήθηκε.
«Πώς μπορεί να σταμάτησε το μυαλό μου;» συνέχισε.
«Μα δε σταμάτησε, αφού αυτή τη στιγμή μου μιλάω με τις σκέψεις του μυαλού μου», συλλογίστηκε.
Και ξαφνικά, τα βλέμματά τους έσμιξαν.
Ήταν πραγματικότητα. Τον κοιτούσε κι εκείνη.
Για μια στιγμή…
«Γαμώτο, μια στιγμή. Ήταν μόνο για μια στιγμή. Δε με πρόσεξε; Μήπως δε με πρόσεξε; Δεν μπορεί, είδα τα μάτια μου στα μάτια της. Μήπως έκανα λάθος; Εμένα δεν κοίταξε κι εκείνη; Εμένα κοίταξε», μίλησε για άλλη μια φορά στον εαυτό του με τις σκέψεις του.

Και τότε του χαμογέλασε…
Έτσι, ένα μικρό, φευγαλέο χαμόγελο… Ένα δώρο, του χαρίστηκε.
Εκείνος, δίχως να το καταλάβει είχε φέρει ήδη τη φωτογραφική μηχανή στο πρόσωπό του, εστίασε στο φακό, έκανε το απαραίτητο ζουμάρισμα και το πρώτο “κλικ” ακούστηκε.
Πολλά διαδοχικά “κλικ” έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο χώρο.
Ούτε που κατάλαβε πόσες φορές την είχε φωτογραφίσει. Την είχε αποθανατίσει σχεδόν σε όλες τις κινήσεις της διαδοχικά.

Και ξαφνικά τον αντιλήφθηκε. Αντιλήφθηκε πως τη φωτογράφιζε.
Κανονικά, εκείνη θα έπρεπε να πειραχθεί και εκείνος θα έπρεπε να σταματήσει, όμως τα πρέπει δε χωρούσαν πλέον ανάμεσά τους.
Ξάφνου τον κοίταξε ερευνητικά, έγειρε δειλά το κεφάλι της προς τα δεξιά, σα να προσπαθούσε να τον κατανοήσει και ξαφνικά, του χάρισε το καλύτερό της χαμόγελο.
«Όμορφη οδοντοστοιχία», σκέφτηκε τη στιγμή που τα “κλικ” συνεχίζονταν.
Εκείνη έβγαλε το καπέλο της και κάνοντας διάφορες γκριμάτσες, έγινε το μοντέλο του, το αντικείμενο των φωτογραφιών του, μόνο που αυτή τη φορά, ήταν εις γνώσιν της.

Οι τρεις φίλες της μιλούσαν συνωμοτικά και μισογελούσαν μέχρι που η μία από αυτές κοίταξε τον Χριστόφορο, κουρασμένα και θυμωμένα συνάμα. Κάνοντας ένα βήμα μπροστά, έπιασε τη φίλη της από το μπράτσο και την οδήγησε προς το μέρος των άλλων κοριτσιών.

Ο Χριστόφορος έμεινε να κοιτά αποσβολωμένος τις πλάτες των κοριτσιών και διέκρινε μια ένταση ανάμεσά τους. Δεν ήταν ακριβώς ένταση αλλά οι κινήσεις των χεριών τους έδειχναν πως αυτό για το οποίο μιλούσαν ήταν κάτι σοβαρό.
«Θα την επιπλήττουν για τις πόζες», σκέφτηκε και μόλις έκανε ένα βήμα προς το μέρος τους, εκείνες έφυγαν βιαστικά.

Έκανε να τις πλησιάσει αλλά κάτι τον σταμάτησε. Τι είχε άλλωστε να τους πει;
Σε εκείνες δεν είχε να πει κάτι, σε εκείνη όμως είχε… αλλά εκείνη είχε ήδη εξαφανιστεί.
Σα να συννέφιασε αισθάνθηκε, μα με λύπη διαπίστωσε πως ο ήλιος έλαμπε ακόμη στον ουρανό.


Κική Κωνσταντίνου
απόσπασμα από την "Αγάπη της Σιωπής" του νέου βιβλίου της ''Η Αγάπη Δηλώνει Παρών''

****


Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

Δευτέρα 9 Οκτωβρίου 2017

Κειμενογράφος (Δια μέσου της τέχνης - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)


Κάθε πολιτισμός τείνει στη δημιουργία ενός κλίματος συγκίνησης, πρόσφορης στην αναζήτηση και την πραγματοποίηση του ωραίου σε όλους τους τομείς της ζωής και ειδικότερα στην τέχνη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί ο πολιτισμός από εξωτερικά προς τον άνθρωπο γνωρίσματα, αλλά από τους ανθρώπους αυτούς καθ’ εαυτούς, από την υπόστασή τους, την πνευματική τους καλλιέργεια, την αέναη τάση τους για την απόκτηση νέων γνώσεων και ιδιαίτερα από την κλίση τους προς την τέχνη και όλες τις εκδηλώσεις της. Η αδιάκοπη αυτή κίνηση, η πνευματική ανησυχία, η έφεση για την πρόοδο, είναι τα σημεία εκείνα που αποδεικνύουν ότι ένας πολιτισμός αποφεύγει τη στασιμότητα.

Κι ενώ όλα αυτά αποτελούν μια κατάσταση, είναι ταυτόχρονα και δημιουργία, ένα διαρκές «γίγνεσθαι», όπου συνυπάρχουν αρμονικά η διάνοια και το συναίσθημα. Η αισθητική αξία που πραγματοποιείται μεταμορφώνει το συναίσθημα σε πνευματική χαρά. Η πρώτη παράσταση που σχηματίζεται στη συνείδηση μετατρέπεται σε μια συγκίνηση ανώτερη, την αισθητική συγκίνηση, η οποία, πλέον, εξαγνίζει το συναίσθημα και το πνευματοποιεί.

Αλλά η τέχνη δεν περιορίζεται να εκφράσει μόνον τις πνευματικές εκδηλώσεις ενός ατόμου ή μιας εποχής ή τις μεγάλες μορφές της συναισθηματικότητας. Επίσης, δεν εξηγεί μόνο το ιδιαίτερο κλίμα που περιβάλλει μια κοινωνία σε ορισμένες στιγμές υψηλού πολιτισμού της. Πέρα από αυτά, η τέχνη είναι μια αυτόνομη ενέργεια που ανυψώνει τον άνθρωπο στη δημιουργία. Ο καλλιτέχνης μεταπλάθει την πραγματικότητα, τη φύση, τη ζωή.

Γίνεται δημιουργός. Κατασκευάζει από την άμορφη ύλη έναν καινούριο κόσμο από ιδέες, μορφές και σχήματα και με τη δημιουργική δράση του, θέτει σε λειτουργία όχι μέρος των δυνάμεων της ψυχής του, αλλά την ψυχή του ολόκληρη.

Με τον τρόπο αυτό, διαμέσου της τέχνης, επιτυγχάνεται η εναρμόνιση του συναισθήματος, η ενεργητική, δηλαδή, πληρότητα του ανθρώπου.

Και ενώ το καλλιτέχνημα υποδηλώνει την πληρότητα του δημιουργού του, αποκτά συγχρόνως μια οργανική αυτοτέλεια που παρέχει την αξία επιτεύγματος μοναδικού και ανεπανάληπτου. Περικλείει την αισθητή ωραιότητα συνυφασμένη με τη ζωή του πνεύματος, περιέχει το άπειρο στο περατωμένο και η αισθητική θέαση αποκαλύπτει την αξία του.

Έτσι, η δημιουργική δύναμη της συνείδησης έχει πραγματοποιηθεί με την τέχνη, χάρη στην οποία οδηγείται ο άνθρωπος στη σφαίρα του πνεύματος. Στη σφαίρα των αξιών και του πολιτισμού.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


****




Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Κειμενογράφος (Πες μας ποιητή - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Ίδιοι δεν είναι οι άνθρωποι πια, ούτε οι τόποι. Μονάχα η αγωνία ίδια, παντού. Κι ο ασυμμάζευτος φόβος. Η πρωτόφαντη τρέλα. Και η σκουριά. Διάχυτη.
Διερράγησαν τα ιστία, θερίζοντας. Ο χρόνος τον άνθρωπο δε δίδαξε, ούτε ο άνθρωπος τον άνθρωπο. Κι εδραιώθη η τάξη του χρήματος και της σύγχυσης. Τα ουρλιαχτά των λύκων η άλλη όψη της ζωής. Κέρινα εκμαγεία, κέρινες μάσκες, κέρινα πρόσωπα μας συντροφεύουν. Ύπνος βαθύς, με αλλοπαρμένα όνειρα γεμάτος, μας τυλίγει. Πόνους αγιάτρευτους κουβαλάμε, μαρτυρολόγια σέρνουμε.


Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας με ποιους ανέμους συνωμοτείς, ποια μουσική ακούς όταν σκαλίζεις στο χαρτί τα σκοτεινά σου αινίγματα; Πώς γίνεται ένας μονάχα άνθρωπος να είναι τόσοι άλλοι, κατεβάζοντας τα φεγγάρια στην πιο σκοτεινή φυλακή, με τα χρυσά μαλλιά του ξεφτισμένα και το πρόσωπο ρημαγμένο, το φωτοστέφανό του σβηστό πεταμένο μέσα στις λάσπες και το κορμί λαβωμένο, τρεκλίζοντας, φωνάζοντας το θεό του;

Πες μας, πώς γίνεται να κουβαλάς το ασήκωτο βάρος του καημού με μάτι άγρυπνο και αυτί ασκημένο στους ψιθύρους, ανελέητος κι ακριβοδίκαιος, ωστόσο, έτοιμος για τη μεγάλη αγρύπνια που διαλαλεί των μαύρων σαν το χιόνι ονείρων την αμφίσημη απειλητική ωμότητα, όπως οσμίζεται του αίματος το μέταλλο, καθώς στα ίσα προμηνύει του αθώου τη σφαγή;

Πες μας για την ανάγνωση και τη γραφή, για το γράμμα και το ψηφίο, καθώς στις ουράνιες κι υπόγειες διαδρομές σου γράφεις την Ιστορία της οικουμένης, σκοντάφτοντας στα άπειρα οστά που τη γεννούν, σταματώντας με δέος σε εκείνα των παιδιών, των δολοφονημένων και των αυτοκτόνων. Και ποιος είσαι εσύ που γνωρίζεις όσα η καταιγίδα, κατάμονος στη βροχή, κουκίδα στη διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, χωρίς ομπρέλα, χωρίς καπαρντίνα, χτυπώντας τα πόδια σου, πετώντας ένα ένα τα ρούχα καθώς η κραυγή σου ανταμώνει την αστραπή;

Μίλα μας, ποιητή, για την τρομερή άβυσσο αυτών που την έζησαν κι αυτών που δεν την έζησαν, των γεννημένων και των αγέννητων, για το σταθμάρχη που ακόμα περιμένει το τρένο σιωπηλός μαζεύοντας γαρύφαλλα στις έρημες ράγες. Για τις ατέλειωτες νυχτερινές επισκέψεις σου στα ναυπηγεία του κόσμου, προσθέτοντας παράθυρα στα πλοία που ετοιμάζονται να σαλπάρουν, μοιράζοντας τα εισιτήρια της ακαθόριστης προσδοκίας.

Ποιητή, θα μας πεις; Πες μας, για τα δόγματα που μας βομβαρδίζουν ντυμένα μανδύες ελευθερίας, για το νέο άνθρωπο που συλλέγει χρόνο κι αυταπάτες και το δικό σου αναμάλλιασμα, όρθιος μένοντας σε αυτό το μακελειό, με την ψυχή ζωσμένη με εκρηκτικά και τις τσέπες γεμάτες μολότωφ για τις μεγάλες διαδηλώσεις των σωμάτων, μαζί με τους εξόριστους και τους κατατρεγμένους.

Κι ύστερα, πες μας, ποιος σε κρατά ακίνητο στον αέρα σαν φτερούγα πουλιού; Ποιος σε αγαπά κρυφά και δε σου το’ πε ακόμα; Ποιος; Πώς περνάς και ξαναπερνάς απαρατήρητος ανάμεσα σε μονόδρομους σκοπούς και μουσικές οδυρόμενες; Πώς ξεγλιστράς αναπνέοντας το άρωμα του αίματος και του δενδρολίβανου, της δάφνης και του ιδρώτα των απόκληρων; Εσύ, που αγαπάς τους ισοβίτες αγγέλους, ομολόγησέ μας τις μυστικές σου συναντήσεις με τον Γιεσένιν και τη Γώγου, τον Μαγιακόφσκι και την Άννα Αχμάτοβα, με τον Καρυωτάκη και την Έμιλυ Ντίκινσον και τα μεγάλα σας ζεϊμπέκικα και τα μπλουζ σε κάμαρες μικρές, κλειστές, χωρίς φώτα.

Πες μας, επιτέλους, τι είναι οι λέξεις σου; «Αρρώστια» ή ίαση; Λαμπάδες στις εκκλησίες των ανέστιων και των σαλών ώρες Σαββάτου αναστάσιμου; Λουλούδια, λιανοτούφεκα ή φεγγάρια κατακόκκινα καρφιτσωμένα στη θέση της καρδιάς που αιμορραγεί; Ή είναι εκείνο το μέγα πάθος που το ίδιο σου ανοίγει την πληγή, το ίδιο και την κλείνει; Πες μας, αλήθεια, γιατί άλλην αλήθεια δεν μπορείς να παραστήσεις πάρεξ εκείνης που κουβαλάς μέσα σου, εκείνης, δηλαδή, που σαν στυπόχαρτο ρουφά τον πόνο του άλλου μέχρι να τον νιώσει δικό του;

Κανείς κι απόψε, ποιητή. Κανείς, πια, δε γεννιέται. Ένας θεός ή ένας δαίμονας μας αφήνει γυμνούς για να κρυώνουμε, νηστικούς για να πεινούμε. Οι ψυχές μας δεν μπορούν να μιλήσουν, δεν έχουν γλώσσα, ούτε φωνή. Μας έχουν ξεκάνει τα πράγματα, μας ρήμαξε το έρεβος των οραμάτων. Τα μέλη μας τρέμουν. Τα σπλάχνα μας έχουν τον πυρετό της πυρκαγιάς. Πονά το αίμα μας.

Πες μας ποιητή, μίλησέ μας για τους ωραίους ναυαγούς που χάνονται στον έρωτα, στη θάλασσα και στην αθανασία. Για την κοινή μας μήτρα και μοίρα που κομματιάζεται, θανατώνει και θανατώνεται. Γιατί, τόσα χρόνια, τίποτα δε μάθαμε κι ακόμα ψάχνουμε να βρούμε τη θηλειά που μας ταιριάζει.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


****



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

Κυριακή 29 Ιανουαρίου 2017

Κειμενογράφος (Τόλμα - Bre Melaxrinaki)


Τόλμα σε όλα και μη διστάσεις μπροστά στα λόγια ή στις πράξεις κανενός.
Θα έρθουν στη ζωή σου άνθρωποι, που θα είναι κοντά σου και άνθρωποι
που θα είναι απέναντί σου...
Θα έρθουν άνθρωποι που εσκεμμένα ή όχι, θα είναι και τα δύο...
Θυμήσου, ότι ανήκεις στους παράξενους ανθρώπους, όχι στους νορμάλ...
Αλλά αυτό, πάρ' το σαν κοπλιμέντο...



****



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

Κειμενογράφος (Ένας Ακόμη Τάδε Αριθμός - Κική Κωνσταντίνου)


Κάπου εκεί,
σε μια Ερυθρά θάλασσα συναντηθήκαμε, ακόμη το θυμάμαι.
Καθαρή ήτανε, δεν είχε φουρτούνα, δεν είχε βρομιές, δεν είχε καν ανθρώπινη φασαρία. 
Μόνο ένας γλάρος θυμάμαι πετούσε στον ουρανό και είχα την εντύπωση πως ένα ψάρι έπεσε από το στόμα του και χάθηκε κάπου στη μέση της διαδρομής.

Α, ναι.
Τώρα θυμήθηκα.
Κι ένα καράβι.
Κι ένα μικρό καράβι υπήρχε.
Νόμιζα πως ήταν καΐκι, που ψάρευαν ο κόσμος για να φάνε, μα χρειάστηκαν μήνες να περάσουν για να μάθω πως ήταν δουλεμπορικό και μετέφερε εκατοντάδες λαθρομετανάστες.

Και πού πήγαν άραγε όλοι αυτοί;
Μέσα από τις κόρες των οφθαλμών μου τους αντίκρισα κάπου στις ειδήσεις.

Πώς το ’λεγε να δεις; Πώς το ’λέγε;
Εδώ κηδεύεται ο τάδε αριθμός….
Έτσι το ’λεγε. Ναι, έτσι το ’λεγε θυμάμαι.

Ο τάδε αριθμός…. ένας αριθμός για κάθε μία σάρκα.
Ημερομηνία γέννησης θυμήθηκα και ξάφνου αυτή η ημερομηνία μετατράπηκε και πήρε τη μορφή της ημερομηνίας λήξης. 
Ημερομηνία λήξης… σαν τα προϊόντα στα ράφια των σούπερ μάρκετ. 

Ναι, ναι, ξέρω.
Ακόμη και το γάλα, προϊόν πρώτης ανάγκης, καθαρά βιολογικής σημασίας, έχει ημερομηνία λήξης. Αναλώσιμο λοιπόν και αυτό. Σαν εμάς. Ίσως, για κάποιους μόνο.

Όμως για να θυμηθώ. Για να θυμηθώ, γιατί το έχω αφήσει πίσω μου αυτό και θέλω να μου το θυμίσω πάλι.
Τι γάλα γεύτηκα ερχομένη στο κόσμο τούτο; Μητρικό! Κι αν ακόμη για κάποιο λόγο δεν μπορούσα να γευτώ το μητρικό το γάλα, εγώ πάλι μητρικό το ονόμασα, γιατί έμαθα να διεκδικώ ό,τι αξίζω.
Το μητρικό το γάλα λοιπόν, μια σταγόνα ζωής, που αξίζουμε και διεκδικούμε όλοι.

Μου λείπει το βραχιόλι.
Εκείνο το βραχιόλι ντε, που στολίζει το χεράκι ή το ποδαράκι ενός νεογέννητου μωρού. Εκείνο το βραχιόλι μου λείπει. Μου λείπει έντονα αυτές τις μέρες.

Έψαξα. Έψαξα να το βρω, μα δε θυμάμαι πού το έχω καταχωνιασμένο.
Θέλω να το φορέσω ξανά. Θέλω να το τοποθετήσω με χάρη στον καρπό του δεξιού χεριού μου και να φωτογραφηθώ μαζί του, ώστε να με συγκρίνω με εκείνη τη φωτογραφία που πρωτοσυναντά κανείς στο βρεφικό μου άλμπουμ. 

Μα φοβάμαι.
Φοβάμαι όμως. 
Και μεταξύ μας, φοβάμαι πολύ.

Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, δεν έρχεται κανένας.
Έλα πιο κοντά μου, σκύψε προς το μέρος μου.
Απόλαυσε τη σιγή που διαγράφω με κύκλους στο πρόσωπό μου και διάβασε κάτι από τα μάτια μου.

Μπορείς;
Μπορείς, αφού στο επιτρέπω.

Φοβάμαι.
Στο είπα και πριν, φοβάμαι.
Εσύ φοβάσαι;
Ή ξέχασες πως ο φόβος υπάρχει για να ζει κι αυτός ανάμεσά μας;
Για να μας προστατεύει μόνο και όχι να μας κρατάει δέσμιους του εαυτού μας.


Κική Κωνσταντίνου
απόσπασμα από το ποίημα «Ένας Ακόμη Τάδε Αριθμός», της ποιητικής συλλογής σε ελεύθερο στίχο «Οι Φεγγίτες της Ζωής μου».


****



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Κειμενογράφος (ΖΗΣΕ - Βασιλική Δραγούνη)


Έχω συνειδητοποιήσει τελικά ότι ο σκοπός της ζωής δεν σχετίζεται απαραίτητα με την εύρεση ενός πάθους και την επιδίωξή του μέχρις εσχάτων.

Για αρκετά χρόνια περίμενα. Περίμενα για να βρω αυτό το ένα και μοναδικό πάθος. Παρατηρούσα τους άλλους γύρω μου να διαπρέπουν σε κάποιον τομέα της ζωής τους και αυτό να τους δίνει σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Όλα αυτά τα χρόνια θεωρούσα τον εαυτό μου ότι στερείται πάθους και κινήτρων, παρόλα αυτά δεν έπαψα να ελπίζω ότι κάποτε θα ανακάλυπτα αυτό που πραγματικά θα με συγκλόνιζε και θα έδινε διέξοδο στις αναζητήσεις μου. 

Και κάποια στιγμή τελικά το συνειδητοποίησα. Δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο πάθος, ένας συγκεκριμένος τελικός σκοπός. Είμαι παθιασμένη με τη ζωή γενικότερα, με την τέχνη του να ζεις, να μαθαίνει διαρκώς καινούργια πράγματα και να δοκιμάζεις τα πάντα τουλάχιστον από μία φορά. Με την συλλογή εμπειριών. Με την εναλλαγή παραστάσεων. Αυτό με συναρπάζει, ότι η ζωή μου είναι σαν ένα βιβλίο και σε κάθε κεφάλαιο κάτι νέο και διαφορετικό περιμένει να με εκπλήξει. 

Αν λοιπόν νιώθεις πως η ζωή σου κυλάει άσκοπα, δεν υπάρχει λόγος απελπισίας. Είναι ψέμα το ότι μπορούμε να είμαστε καλοί σε ένα και μόνο πράγμα. Μπορούμε να κάνουμε ένα εκατομμύριο πράγματα που μπορεί να μην τολμήσαμε ποτέ να ονειρευτούμε και το μόνο που χρειάζεται είναι να κρατήσουμε ανοιχτό το μυαλό και την καρδιά μας, να εκπέμψουμε θετικότητα στο Σύμπαν και να αναγνωρίσουμε όλες τις ευκαιρίες που έχει η ζωή να μας προσφέρει. Ζήσε, αγάπησε, γέλασε και μάθε.

Βασιλική Δραγούνη


******



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


******

Μη ξεχνάτε πως οι 25 λέξεις είναι πάλι κοντά σας και περιμένουν τις συμμετοχές σας.



Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Κειμενογράφος (Παραμυθία και απάντηση - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάποιοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη ζωή μέσα από μια επίπλαστη, πέρα για πέρα ψεύτικη εικόνα, αυτή που τους προσφέρεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και την καταπίνουν αμάσητη, επειδή η πραγματικότητα που ζουν δεν μπορεί να τους προσφέρει κάποια διαφορετική διέξοδο, μια κάποια χαραμάδα προς την κατανόηση του κόσμου, τον αυτοσεβασμό τους.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει τον πραγματικό χρόνο, τον ουσιαστικό χρόνο που ωριμάζουν τα πράγματα, έχουν χάσει την αναγκαία βραδύτητα – απαραίτητη για τη σκέψη, για την αίσθηση και την απόλαυση της ζωής. Θεωρούν υπέρτατη αξία το χρήμα, μαθαίνοντας να εκτιμούν μόνον ό, τι αγοράζεται και πουλιέται. Οπότε ακόμα και η εκπλήρωση βασικών αναγκών τους, όπως το φαγητό, ο έρωτας, η ανάγνωση, έχουν καταντήσει «προϊόντα» προς εκμετάλλευση. 

Ζούμε σε έναν κόσμο διαδικτυακού παιχνιδότοπου, που τρέφει την ψευδαίσθηση της «ανοιχτής, πανανθρώπινης ελευθερίας», του «δημόσιου διαλόγου», αγνοώντας ότι ο πολύχρωμος αυτός κόσμος της διαδραστικής εικόνας είναι απλώς προέκταση του φυσικού μας κόσμου. Αγνοώντας ότι στο βαθμό που ο φυσικός κόσμος έχει καταντήσει μια στυγνή και βάρβαρη αγορά, που υποτάσσει κάθε δίκαιο και ηθική στους νόμους του άγριου χρηματιστικού κέρδους, το ίδιο ακριβώς ισχύει και στον διαδικτυακό. Πέρα από την όποια αδιαμφισβήτητη χρησιμότητα του διαδικτύου, ως εργαλείου, ζούμε σε ένα απέραντο ψηφιακό εργοστάσιο, όπου οι πάντες, είτε μας αρέσει είτε όχι, διαθέτουμε ακατάπαυστα τις υπηρεσίες μας, το χρόνο μας, τη ζωή μας.

Οι άνθρωποι πορεύονται, πλέον, διδασκόμενοι να μην ελπίζουν κάτι καλύτερο από το προσωπικό, εθισμένοι στο να αντικρίζουν τον κόσμο με τα τρύπια μάτια της Μπάρμπι, μαθαίνοντας ότι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή είναι το εύκολο, γρήγορο κέρδος, χάνοντας το βιβλίο και το διάβασμα ως εργαλείο ζωής.

Ωστόσο, βιβλίο εστί παραμυθία και απάντηση. Με το βιβλίο γαληνεύουν ο νους και η ψυχή, για να μπορέσουν να ξανακοιταχτούν στο μαγικό τους καθρέφτη και να πλάσουν το όραμα της επόμενης μέρας. Βιβλίο και διάβασμα οδήγησαν το ανθρώπινο γένος στην εξέλιξη, μέσα από την ευγένεια κάθε συναισθήματος. Με το βιβλίο και το διάβασμα θα αντιμετωπιστούν, εκ νέου, οι παραλογισμοί των δύσμοιρων καιρών μας. Με όπλα διαχρονικά πνευματικά, με στρατούς εννοιών, με ήθος και αξιοπρέπεια θα αντιμετωπιστούν οι ξύλινοι έως ανόητοι λόγοι, οι γυρολόγοι πωλητές των ανθρώπινων αναγκών. Η αναδημιουργία ενός καλύτερου, δικαιότερου κόσμου, ξεκινά από εδώ, από τις σκέψεις που αναδύονται μέσα από τις γραμμές των βιβλίων και των κειμένων.


Ας γίνουν οι τόποι του βιβλίου τόποι απόδρασης, η σκέψη τόπος προορισμού, οι χάρτινες σελίδες ριπές θαλασσινής αύρας χειμώνα – καλοκαίρι και οι γειτονιές των καταφρονεμένων γειτονιές των βιβλιοφάγων: οι καταφρονεμένοι θα πάψουν να είναι οι αμελητέοι του συστήματος και θα γίνουν οι σκεπτόμενοι κριτές του.

Ας διαβάζουμε στους δρόμους. Σε πεζούλες, σε παγκάκια, σε πάρκα. Εκεί που το κείμενο αναπνέει μακριά από τα θερμοκήπια της πλήξης. Εκεί που οι λέξεις μπλέκουν με τις μορφές, η ποίηση των στίχων με τον πεζό των πεζοδρομίων, εκεί που οι εικόνες μπλέκουν με τις εικόνες. Ας διαβάζουμε στο μετρό, στα τρόλεϊ, στα λεωφορεία, αφήνοντας τον συνειρμό να τρέχει γρηγορότερα από το συρμό.

Ας κάνουμε τα πάντα στη ζωή μας έχοντας δίπλα μας ένα βιβλίο. Ας τρώμε παρέα με ένα βιβλίο, ας πίνουμε κρατώντας ένα βιβλίο, ας κοιμόμαστε συντροφιά με ένα βιβλίο. Οι σελίδες του αναζητούν χώρο στα πιο πυκνοκατοικημένα ράφια της ψυχής μας. Από το σπίτι, από τη δουλειά, από το δρόμο, ας χαρίσουμε ένα βιβλίο, ας ανταλλάξουμε ένα βιβλίο, ας στείλουμε ένα βιβλίο, ας δώσουμε ένα βιβλίο στον άλλον. Είναι η μόνη απάντηση στους διαταραγμένους καιρούς μας, όπου η ψυχή ψάχνει κάπου να πιαστεί, όπου τα μάτια αναζητούν την ελπίδα, όπου ο νους αγωνιά να γοητευτεί για να πράξει.

Ήρθε η ώρα να ξαναμυηθούμε στη σοφία των αιώνων, με το βιβλίο. Ας γίνει, λοιπόν, η ανάγκη γνώση και επίγνωση. Οι βιβλιοθήκες, οι τόποι βιβλιοσυναντήσεων είναι ανοιχτά και μας περιμένουν. Ας πράξουμε μια επανάσταση. Ας αντισταθούμε στην απομόνωση και στον κοινωνικό αποκλεισμό. Ας σηκωθούμε από τον καναπέ της τηλεόρασης κι ας πάμε σε μια συνάντηση συγγραφέων. Για μας γράφουν, ακόμη κι όταν είναι κλεισμένοι στο σύμπαν τους. Το δικαιούμαστε, καθώς τα βιβλία είναι ανοιχτά σε όλους ανεξαιρέτως, είναι πιο ελεύθερα και δημοκρατικά ακόμη κι από αυτούς που τα γράφουν.

Και ναι, είναι η φυγή από την πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, είναι το νυχτερινό ραντεβού, η ανάπαυλα την ώρα της ξεκούρασης, η απογευματινή σιέστα με παγωμένο κοκτέιλ κάτω από τον ήλιο ή με παγωτό σοκολάτα.

Οι λέξεις, οι σκέψεις, μας ανοίγονται απλόχερα. Είναι εκεί για μας. Ο αναγνώστης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ο πολίτης έχει πια τον πρώτο λόγο. Ας γίνει, λοιπόν, ο πολίτης αναγνώστης και ο αναγνώστης πολίτης. Τότε, το συλλογικό νόημα της επίγνωσης θα’ ναι τόσο εκκωφαντικό που κανείς δεν θα μπορεί να το αγνοήσει.

Τότε η επανάσταση της ανάγκης θα έχει γίνει πράξη.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης


Βιογραφικό
Γεννήθηκε το 1955 στο Τέμενος Παρανεστίου Δράμας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και τη δημοσιογραφία. Συνεργάζεται με τα περιοδικά «Μανδραγόρας», «Κοράλλι», «Θράκα», «3η χιλιετία» κ.α. και με τις επιθεωρήσεις πολιτικής και πολιτιστικής παρέμβασης «Κοινωνική Επιθεώρηση» και «Πολίτες». Τελευταία διατηρεί τη μόνιμη στήλη «στην απέναντι όχθη» της εφημερίδας «Ενημέρωση» με θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος, γράφοντας παράλληλα άρθρα για ραδιοφωνικές εκπομπές. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και τιμήθηκε για το έργο του από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βορείου Ελλάδος, το Δήμο Θεσσαλονίκης και την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων. Υπήρξε μέλος της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων και είναι μέλος του Συνδέσμου Ιστορικών Συγγραφέων.


****************



Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


********


Μη ξεχνάτε πως οι 25 λέξεις περιμένουν τα ολιγόλεκτά σας




Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Κειμενογράφος (Μέχρι τα 150... - Τάσος Γ. Κάβουρας)

''και να σκεφτείς κάποτε σκεπτόμουν γιατί φύτρωσε στην ερημιά..."

- Τι του λόγου σου ρε λεβέντη...
Όπα εδώ ήμαστε. Αυτό το γλωσσάρι κάποιες φορές κρύβει θησαυρούς…
- «είμαι από τη πόλη, μηχανικός, και ήρθα να ...»
Με έπιασε στο άστραμμα, όρεξη για κουβέντα είχε, είπαμε διάφορα. Η ουσία ήρθε με το ερώτημα...
- «...πόσο χρονών είσαι μπάρμπα...»
Αρκετά πάνω από 80 φαινόταν.
-  «κοντά στα 120...» !!
-  «και πόσο έχεις σκοπό να ζήσεις» ...
-  «αν δώσει ο Θεός πάνω από 140» ...
και επειδή ο Θεός είναι φειδωλός σε αυτές τις ηλικίες περίμενα να μάθω που το πήγαινε ο μάγκας, ο λεβέντης και ο καραμπουζουκλής με το τσιγκελωτό μουστάκι και την τραγιάσκα φορεμένη λίγο στραβά.
- «...με αυτό το μουστάκι πριν έξι χρόνια πήρα πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό μουστακιού στο Βελημάχι..»
Οι Γορτύνιοι αρέσκονται στους διαγωνισμούς μουστακιού λόγω ύπαρξης τσελιγκάδων στη περιοχή αλλά και στους διαγωνισμούς σαρδέλας ψητής σε ανάμνηση του ότι δεν έχουν θάλασσα.
Γιατί να μην πιστέψω λοιπόν τον συνομιλητή μου...
- «... άκου για να μαθαίνεις γιατί όταν θα αρχίσεις να περπατάς στα δικά μας σοκάκια να έχεις γνώση από ένα γέρο που ακόμα δεν έγινε ξεκούτης και την έχει φιλοσοφήσει τη ζωή...»

''τελευταία στροφή...''

- «..ο Πανάγαθος μέσα στη μεγαλοσύνη του θυμήθηκε ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι φτιαγμένη για καμιά 150 χρόνια... και αναφέρομαι στη γυναίκα ένεκα του ότι και τρυφεράδα έχει και αγαπάει αδιαλείπτως (άκου αδιαλείπτως...), ...οι άνδρες λιγότερα χρόνια ένεκα του ότι τραβάνε πολλά από τις γυναίκες, και γι αυτό έχει γεμίσει ο ντουνιάς χήρες μαυροφορεμένες...»
Και ένεκα του ότι άναψε η κουβέντα παραγγείλαμε το τρίτο τσίπουρο...
- «...δικά μου..» , ένεκα του ότι δεν άφηνε περαστικό να πληρώσει...
- «..Λοιπόν πάρε χαρτί και μολύβι και γράφε...
...από τα 50 έως τα 60 κάθε 4 χρόνια είναι μια πενταετία στη πλάτη μας...
...από τα 60 στα 70 κάθε 3,5 χρόνια είναι μια πενταετία στη πλάτη μας...
...από τα 70 στα 80 κάθε 3 χρόνια είναι μια πενταετία...
...από τα 80 στα 90 κάθε 2,5 χρόνια...»
- «Δηλαδή αν σε έκοψα καλά και υπολόγισα σωστά με τα 90 της ταυτότητας είσαι 123,5 χρονών ...»
- «..στρογγυλά να τα λες ... λέγε με 120... 50 έως 90 είναι 70 χρόνια στη πλάτη..» !!
- «..και στα 100, έχουμε 140...»!!, με το αποτέλεσμα στην αρίθμηση που έκανα...
-  «..και κάτι παραπάνω ..»
...βέβαια, και κάτι παραπάνω για να πιάσουμε τα 150 του Μεγαλοδύναμου...
- «..που θα πάει θα περάσουνε..», αντείπα για να τον πειράξω και λίγο...

"τα χρόνια περνάνε αλλά η αρχοντιά δεν χάνεται..."

Ακούμπησε με έμφαση και τα δύο του χέρια στο μπαστούνι του με κοίταξε με επίμονο βλέμμα και μου απάντησε όπως αυτός ήξερε.
- «Ρε Τάσο μια μέρα και δεν περνάει με τίποτα..., αυτά τα.. (..γτιμημένα) τα χρόνια πως περάσανε ..» !!
Εδώ η κουβέντα σοβάρεψε. Έλα ντε πως περάσανε. Και έφτασαν τα 120...!!
- «...είδα τα σημείωσες όλα,.. γράψε και καμιά αρρώστια.. προσθέτει χρόνια και αυτή..»
Δηλαδή τα 150 δεν τα γλυτώνουμε με τίποτα... 
Αν υπάρχει και άλλη θεωρία παραπλήσια, εκτός από του μπάρμπα Χρήστου θέλω να την ακούσω.... Μέχρι τότε δέχομαι ως βέβαιο ότι η ζωή και μεγάλη είναι και ακόμη μεγαλύτερη γίνεται ένεκα του ότι έχει μέσα και γηρατειά που μετρώνται με προσαύξηση, και στο τέλος κάθε μέρα που περνά είναι ...αιώνας σε φορτίο...
Ο μπάρμπα Χρήστος αυτή τη φιλοσοφία είχε.  Τον έκανα παρέα και πάντοτε τον τσίγκλαγα. Αυτά που μου έλεγε τα σημείωνα. Έχω να θυμάμαι μέχρι τα ...150 μου !!

"μοναχική πορεία, ατέλειωτος ο δρόμος"

Ήταν ένα χρονογράφημα του Τάσου Γ. Κάβουρα διανθισμένο με τις φωτογραφίες της Μαρίας από το mytripssonblog

************


Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

***

Εσείς μην ξεχνάτε να στέλνετε τις φωτογραφίες σας για τον Διαγωνισμό Φωτογραφίζειν και τα ολιγόλετά σας για το δρώμενο 25 λέξεις.
Κόντρα σε νωθρούς, άσχημους και φασιστικούς καιρούς δημιουργούμε, όπως και όσο μπορεί ο καθένας.

Φιλικά 
Μαρία Νικολάου

Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2016

Κειμενογράφος (Αστίλ - Καλλιόπη Ι. Δημητροπούλου)


Περάσανε τα χρόνια Αστίλ κι εσύ ακόμα με τη λαχτάρα της παιδικότητας στα χείλη. Μεροκάματα ζωής στον παραμυθένιο σου μικρόκοσμο στήνεις ακόμα πάμπολλα. Μαζεύεις με την απόχη σου ήλιους καθισμένους στα χλωρά κεραμίδια και τους κυκλώνεις φωτοστέφανα στο αύριο. Πετροβολάς με τη σφεντόνα τις λακκούβες της άνοιξης για να χρυσώσει το νερό και να ζωγραφίσεις την ταραχή του στη μνήμη σου. Ψάχνεις ακόμα για κείνα τα μισογκρεμισμένα ερημόσπιτα και στήνεις ξανά την επιχείρησή σου στο πλίθινο κορμί τους. Με τις ώρες αναμένεις, αγναντεύοντας τον ιστό μιας αράχνης, για να ξανασυναντήσεις τη μικροσκοπική σου φίλη. Την παραπλανάς με υποκατάστατα τροφής στο υφάδι της κι εκείνη ξεθαρρεύει και ορμά για να αρπάξει το γεύμα της. Το παιχνίδι της επιβίωσης ομιχλώδες Αστίλ...



****************




Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.


Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Κειμενογράφος (Όλα είναι δρόμος - Χριστόφορος Τριάντης)


Η ανθρωπότητα στόμωσε. Είχε δίκιο τελικά ο Καλιγούλας που εξίσωσε το άλογό του με τους συγκλητικούς φανφαρόνους της Ρώμης. Κάτι σάπιο έρχεται μέρα νύχτα και νεκρώνει την αλήθεια, την αλήθεια μας. Όλα όσα ονειρευτήκαμε γρήγορα έγιναν εικόνες, από τις οποίες έχει δραπετεύσει το βάθος και το πάθος. Όχι αναγκαστικά κάποιο ψυχοπνευματικό βάθος, αλλά εκείνο που σε κάνει να μετράς την ύπαρξή σου με τον πόνο, τη χαρά, τη δημιουργία .

Το πάθος το εξοβελίσαμε μπροστά στον μικροαστικό παράδεισο της τακτοποίησης. Αλλά να είναι κι ο χρόνος που σε κοιτάζει κατάματα, χειρότερος και από μπατιριμένο μαγαζί, λόγω κρίσης. Αμείλικτος και γεμάτος αριθμητικές λογικές που μυρίζουν χρήμα και θάνατο.
Λοιπόν, οι συμμορίες κι οι μαφίες – φανερά πια – καθορίζουν το παρόν και το παρελθόν. Από κοντά έρχονται και οι σπουδαίοι, σαν μεσσιανικοί προφήτες. Μιλούν για το μέλλον με στόμφο και τηλεοπτικές ατάκες, ευρείας κατανάλωσης.
Ποιο μέλλον όμως; Αυτό που ονειρεύονται οι παραγωγοί του Χόλυγουντ από τη μια και οι τζιχαντιστές από την άλλη. Ναι! και το μέλλον που επαγγέλλονται οι αγορές , βεβαίως, βεβαίως.


Τέλος πάντων, είμαστε σαν τα γέρικα φανάρια αναμνήσεων στον δρόμο του νεκρού χρόνου, στον δρόμο της νύχτας. Όμως δεν περνά από τον δρόμο μας σχεδόν κανείς. Όλα στη ζωή είναι δρόμος. Ίσως μας περιμένει σε κάποιο ξωκλήσι, σε κάποια  παράκαμψη, σε καμιά πεζογέφυρα, μια καρδιά ποιητική, μια επανάσταση, μια λέξη, ένα άχρηστο χρήσιμο γεγονός. Σαν να λέμε λίγη ζέστη το χειμώνα, ένας ήσυχος ύπνος με όνειρα κι ένα κουτί αναμνήσεων, με φως για περιτύλιγμα και λέξεις αγάπης για περιεχόμενο.

Χριστόφορος Τριάντης


****************


Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

****************

Οι συμμετοχές σας σε όλα τα δρώμενα του Κειμένου είναι πολλές και σας ευχαριστώ από καρδιάς. Ζητώ την υπομονή σας για την δημοσίευσή τους. 
Θα δημοσιεύονται με σειρά αποστολής.

****************

Οι 25 λέξεις περιμένουν τις συμμετοχές σας ΕΔΩ


Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Κειμενογράφος (Βροχή - Νίκος Βαρδάκας)


Πάνω απ΄τα κεφάλια μας τα σύννεφα, στραγγίζουνε της νιότης μας την θλίψη. Στο χώμα αργόσυρτα πλαντάζουνε οι σταγόνες κάθε επιθυμίας μας που παρέμεινε απλά απορία.
Με την χούφτα μας κρατάμε την λάσπη, ωσάν λάφυρο της σκέψης μας που δεν έχει στόχο.
Είναι δύσκολο να πλάθουμε πηλό για να μετατραπεί σε αγγείο, όταν στην ζωή μας δεν έχουμε ξεκάθαρο τοπίο. Μαθές η λογική είναι όπλο των δυνατών, αν και περήφανα διαλαλώ προς όλους, πως η σφαίρα θέλει καλό σημάδι για να πετύχει.
Σιγά σιγά όμως η βροχή στερεύει, και ψηλά στον ουρανό το ουράνιο τόξο με γυρεύει. Τα χρώματά του είναι μετρημένα σαν τις επιλογές που έχω για να βαδίσω τον δρόμο της ζωής που μου απομένει.

Νίκος Βαρδάκας

****************


Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

****************

Οι συμμετοχές σας σε όλα τα δρώμενα του Κειμένου είναι πολλές και σας ευχαριστώ από καρδιάς. Ζητώ την υπομονή σας για την δημοσίευσή τους. 
Θα δημοσιεύονται με σειρά αποστολής.

****************

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

Πίσω απ΄τον βράχο.

Με ένα απαλό τραγούδι, με μια θάλασσα καθρέφτη, με τις πέτρες να τις αγκαλιάζει το κύμα, με τα χρώματα να εναλλάσσονται ζεστά και ήρεμα, προσπαθώ με ένα πορτοκαλί στυλό και ένα μικρό μπλοκάκι να χωρέσω σε μερικές γραμμές, όλο το μπλε της θάλασσας και όλο το γαλάζιο  του ουρανού. Να αφήσω το μυαλό μου να χυθεί στο χαρτί, να σωθεί από τις σκέψεις, να εκτονωθεί η ψυχή μου.

Νιώθω την έλλειψη τόσο μέσα μου, την πείνα των λέξεων να μου τρυπούν το στομάχι. Κάτι που δεν περίμενα, που ήρθε απότομα. Και ούτε η άμμος η ζεστή μπορεί να το κάψει. Ούτε ο αφρός της θάλασσας μπορεί να το πνίξει. Με κυριεύει ολόψυχα και βαθιά. Με τρώει κρυφά και γλυκά. Και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να το καταλαγιάσει, παρά μόνο η προσμονή της επαφής που θα σώσει το μυαλό από την περιπλάνηση.

Και ο ήλιος πέφτει γλυκά και μεθοδικά. Ο ήχος του κύματος σε φέρνει κοντά μου. Στις ελιές στριμώχνεται η μορφή σου. Και σε εκείνη την μικρή εκκλησία, κάτω από τα πεύκα, ο άλλος σου εαυτός ξεπροβάλει, ξεκούραστος και νωχελικός. Όπως παλιά αδιάφορος μπροστά στον πόνο. Και παρακαλώ η στιγμή να κρατήσει για πάντα, να είναι άπειρη όπως τα βότσαλα αυτής της παραλίας.

Και κάπου ανάμεσα και γω, προσπαθώ να ορίσω τα θέλω μου. Να τρομάζω μπροστά στην έλλειψη και στην παρουσία. Και ας ξέρω καλά, ότι η παρουσία προϋποθέτει την έλλειψη. Γιατί για να έχεις κάτι, πρέπει να χάσεις κάτι άλλο. Δεν μπορείς να έχεις δύο ίδια μαζί ολοκληρωτικά. Και έτσι κουράζω την σκέψη, ξεκουράζοντας το σώμα. Και αυτή η ερημιά τόσο αταίριαχτη με το είναι μου. Θέλει να μου δώσει την λύση, να την κοιτάξω στα μάτια. Εκεί μπλεγμένη στα έρημα πεύκα, στον έρημο δρόμο, στον έρημο παράδεισο πίσω από τον βράχο. Κολυμπώντας να φτάσεις στο ανεκπλήρωτο, στην απόλυτη ευτυχία.

Μα τολμάς να σκαρφαλώσεις τον βράχο; 
Να ματώσεις τα πόδια σου, να γδάρεις τα χέρια σου; 
Να κολυμπήσεις στα μαύρο φύκια; 
Να πιεις θαλασσινό νερό;
Τολμάς να γραπωθείς από τις ρίζες των δέντρων, να σε ρίξει το ρεύμα στα βράχια;
Και μετά να ζήσεις με τις πληγές στο σώμα;
Τόλμα...

Μαρία Νικολάου

****************


Μπορείτε να παρουσιάσετε το κείμενό σας (διήγημα, ιστορία, ελεύθερο κείμενο) μέσω της μόνιμης στήλης ''Κειμενογράφος''.
Στέλνετε με e-mail το δικό σας κείμενο στο asmhnio@gmail.com.

****************


****************



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ

Οι φωτογραφίες και τα κείμενα που τις συνοδεύουν και το συνολικό περιεχόμενο του παρόντος ιστοτόπου αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία και προστατεύονται από τον Ν. 2121/1993. Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή, αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, παραποίηση, αλλοίωση, εκμετάλλευση ή οποιαδήποτε άλλη χρήση του συνολικού περιεχομένου (φωτογραφίες ή/και τμήματα αυτών, κείμενα) χωρίς τη συναίνεσή μου και την έγγραφη άδειά μου. Φωτογραφίες που δεν φέρουν το όνομά μου είναι από το www.pixabay.com και το www.pexels.com και είναι χωρίς πνευματικά δικαιώματα.