Κυριακή, 21 Ιουνίου 2020

Λαθρεπιβάτης - Βασιλική Δραγούνη (Ιστορίες του καλοκαιριού...)


Στην αύρα των κυμάτων
θα ψάξω τις στιγμές
τον θησαυρό των πειρατών
σε χώρες δράκων και στοιχειών
λύτρα και λάφυρα σωρό
στα υπόγεια φυλαγμένα
και ξόρκια στοιχειωμένα
σε χάρτες και περγαμηνές
γραμμένα με παλιές γραφές.

Μακριά από στάσιμα νερά
και στείρες προσμονές
γυρεύω το απροσδόκητο
στις θάλασσες τις σκοτεινές
χωρίς πυξίδα για οδηγό
σωσίβια ρίχνω στο νερό
τα λάφυρα του χτες
κι αφήνω πίσω θύελλες
και μίζερες σιωπές.


******


Ήταν η συμμετοχή της Βασιλικής Δραγούνη στις Ιστορίες του καλοκαιριού...




Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2020

Ιστορίες του καλοκαιριού... Πρόσκληση δημιουργίας!

Πριν από χρόνια, κάποιο καλοκαίρι σας είχα προσκαλέσει να γράψουμε τις ''Ιστορίες του καλοκαιριού''. Τι λέτε να το ξανακάνουμε; 


Ας γράψουμε λοιπόν για ιστορίες ξένοιαστες, χαρούμενες ή λυπημένες, κάτω από τον καυτό ήλιο, ιστορίες από αγαπημένους προορισμούς και διακοπές, θύμησες από παλιά καλοκαίρια, νοσταλγικές, από παλιούς ή νέους έρωτες σε μοναχικές παραλίες, καφέδες κάτω από πολύχρωμες ομπρέλες, παρέες δίπλα στο κύμα, μοναξιές βλέποντας το ηλιοβασίλεμα. Ποιήματα, πεζά, φωτογραφικές συλλογές, ότι σας αρέσει.

Έχετε όλο το καλοκαίρι να γράψετε την ανάρτηση σας και να την δημοσιεύσετε στο μπλογκ σας. Όσες συμμέτοχες θέλετε. Αφήστε ένα σχόλιο εδώ μόλις την ετοιμάσετε. Αν δεν έχετε μπλογκ, πολύ ευχαρίστως να σας φιλοξενήσω στο Κείμενο ή στο Μια ματιά στον ήλιο με γιορτινά... 

Στο τέλος του καλοκαιριού θα γίνει μια μικρή κλήρωση με όλους τους συμμετέχοντες και θα δοθεί ένα συμβολικό δώρο.

Δείτε ΕΔΩ τις προηγούμενες Ιστορίες του καλοκαιριού



Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Χαμένα Σαββατόβραδα (Βασίλειος Ν. Κατζικάς)


Δεν θέλω πια
χαμένα Σαββατόβραδα,
ούτε συννεφιασμένες Κυριακές
μελαγχολώ.

Τα δάκρυα
φιλούσαν τα ματόκλαδα,
στερέψαν
απ’ τις κρύες αγκαλιές,
ποτίζουν τώρα τα χαμόκλαδα
φυτρώνουν μες στις εκκλησιές.

Δεν θέλω πια
πιωμένα τα τρελλόβραδα,
ούτε τις ζαλισμένες Κυριακές,
πώς τις περνώ.

Τα δάκρυα
πονούσαν τα φυλλόκαρδα,
τρυπώναν
μεσ’ το αίμα οι οχιές,
χαϊδεύουν τώρα με χαμόγελα,
λυτρώνουν πόνο κι ενοχές.


***


Ήταν η στιγμή του Βασίλειου Ν. Κατζικά με ένα ποίημα.




Δευτέρα, 18 Μαΐου 2020

Άσφαλτος



''Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση'' σκέφτηκε ο Δημήτρης και έφυγε αποφασισμένος από το νοσοκομείο. ''Δεν μπορώ να ζω συνεχώς με τον φόβο, θα πάω να βρω τον Αυγερινό'' συλλογίστηκε.
Οι φόβοι αντιμετωπίζονται όταν πας κόντρα σε αυτούς, όταν τους κοιτάς κατάματα, ακόμα και αν υπάρχει πιθανότητα να σε κατασπαράξουν. Γιατί η ζωή αξίζει όταν ζεις ελεύθερος. Ελεύθερος και απαγκιστρωμένος από κάθε τι που σε βαραίνει και δεν σε αφήνει να προχωρήσεις μπροστά. Και ο Δημήτρης αυτή τη φορά ήταν έτοιμος να κάνει ότι δεν έκανε τόσα χρόνια. Πρώτον θα αντιμετώπιζε τον Αυγερινό και θα τελείωνε μια και καλή μαζί του και έπειτα θα αναζητούσε την ... όποια και αν ήταν τελικά αυτήν που του καθόρισε την ζωή. 

Βγήκε στο δρόμο αποφασισμένος να δώσει ένα τέλος. Ένα τέλος που θα μπορούσε να ήταν μια αρχή ή η τελειωτική λύτρωση. Η άσφαλτος έκαιγε κάτω από τα πόδια του και ας ήταν χειμώνας. Σαν να έλιωνε τα πέλματά του και αυτή η αίσθηση του γεννούσε ακόμα περισσότερα ερωτηματικά.

Άσφαλτος υγρή, χειμωνιάτικη.
Από όπου πέρασα έμεινα ξένη.
Άσφαλτος λερωμένη κι άχρηστη
μα εσύ θυμάμαι φορούσες φτερά.

Μπήκε στο αυτοκίνητο και πριν βάλει μπρος αναρωτήθηκε πως θα μπορούσε να βρει τον Αυγερινό. Η πρώτη σκέψη που του ήρθε στο νου ήταν ένα κακόφημο μπαρ που του ανήκε. ''Ντεκαντάνς'' το όνομα. Ήταν στην άλλη άκρη της πόλης. Ξεκίνησε με ένα κεφάλι γεμάτο πληροφορίες και σκέψεις, που δύσκολα μπορούσε να επεξεργαστεί. Μια μουσική τον συνόδευε από το ράδιο. Πότε τον μπέρδευε, πότε τού έδινε απαντήσεις.

Μετά από μισή ώρα που του φάνηκε χρόνια, έφτασε έξω από το μαγαζί του Αυγερινού. Πάρκαρε πρόχειρα λες και ήθελε να πείσει τον εαυτό που ότι θα τελείωνε γρήγορα με αυτήν την υπόθεση. Έσπρωξε την βαριά βρώμικη πόρτα του μπαρ και βρέθηκε σε ένα μικρό και ανήλιαγο χώρο. Η μυρωδιά του τσιγάρου και της ξινισμένης μπύρας ήταν πολύ έντονη. Μέσα από το μπαρ μια γυναίκα απροσδιόριστης ηλικίας του έγνεψε. Σαν τάχα να τον χαιρέτησε. Κάτι του θύμισε, αλλά δεν ήταν και σίγουρος. Από κάπου γνώριζε αυτήν την γυναίκα, αλλά η κούραση και η αϋπνία δεν τον άφηναν να σκεφτεί.

Ναι αλλά πότε;
Στα όνειρά μου μάλλον, στα όνειρά μου, ναι.
Κι ίσως, ακόμα πιο παλιά.
Οπτικές ίνες, διαδικτυακές σιωπές,
μας ένωναν και μας χώριζαν.

Για καλή ή για κακή του τύχη ο Αυγερινός καθόταν στην άκρη του χώρου. Κοιτάχτηκαν βαθιά στα μάτια. Σαν να περίμεναν αυτήν την συνάντηση. Όχι όμως έτσι. Αυτή την φορά ο κυνηγημένος έγινε κυνηγός. Και αυτό ήταν κάτι που τρόμαξε για λίγα δευτερόλεπτα τον Αυγερινό, αλλά ήταν στην έδρα του. Δεν είχε να φοβάται τίποτα. Από την μεριά του  ο Δημήτρης έτρεμε αλλά δεν το έδειχνε. 

''Έμαθα ότι αποφυλακίστηκες και ήρθα να σε δω. Ξέρω πως με θεωρείς υπαίτιο για το ότι μπήκες φυλακή, αλλά ο μοναδικός υπαίτιος είσαι μόνο εσύ και αυτά που έχεις κάνει. Μην προσπαθήσεις να με βλάψεις, γιατί έχεις πολλούς περισσότερους σκελετούς στην ντουλάπα σου, αρκετούς να μπεις φυλακή και να μην βγεις ποτέ. Και για όλα αυτά, όπως και συ ο ίδιος ξέρεις έχω αποδείξεις''
Δεν πίστευε πως ξεστόμισε αυτά τα λόγια. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε και περίμενε με αγωνία την αντίδραση του Αυγερινού

''Ξέρεις πως αυτήν την στιγμή θα μπορούσα να σε σκοτώσω; Αλλά ξέρεις κάτι; Σε έχω σκοτώσει ήδη... Σήκω και φύγε και μην σε ξαναδώ μπροστά μου'' του αποκρίνεται ψύχραιμα ο Αυγερινός. 

''Τι εννοείς;'' ρώτησε έντρομος ο Δημήτρης και το μυαλό του πήγε στο δυστύχημα της γυναίκας.

Δυο μπράβοι πήγαν προς το μέρος του και το ανάγκασαν δια της βίας να βγει από το μαγαζί. Η γυναίκα του μπαρ τον κοιτούσε, σαν να ήθελε κάτι να του πει... Μα ποια ήταν;

*******

Η θάλασσα τον χειμώνα έχει μια περίεργη αίσθηση. Μυρίζει αγριάδα και ξεβρασμένα φύκια. Αφιλόξενη και γκρι. Στην Ερατώ άρεσε αυτό το μελαγχολικό περιβάλλον. Ήταν θαρρείς κορίτσι του χειμώνα. Ή έγινε μετά από όλα αυτά που της είχαν συμβεί. Ο χαμός της αδερφής της ήταν κάτι που το μυαλό της δεν μπορούσε να ανεχτεί. Δεν μπορούσε να το χωνέψει. Το άλλο της μισό χάθηκε. Και τώρα τι; έπρεπε αυτή η ιδία να καλύψει αυτό το κενό. 

Συνήθισα την απουσία.
Συνήθισα το ψυχρό γαλάζιο σου φως.
Έπειτα άρχισα να σου μοιάζω
κατέστρεφα τον εαυτό μου για σένα.
Μετά
τον κατέστρεφα μόνο για μένα.

Κλείστηκε στον εαυτό της, απομονώθηκε. Δεν θα μπορούσε να κάνει και αλλιώς. Όλοι την θεωρούσαν νεκρή. Καμιά φορά και η ίδια ένιωθε νεκρή. Καμιά φορά ένιωθε πως πραγματικά ήταν η Θάλεια. Το μυαλό της έπαιζε άσχημα παιχνίδια. Προσπαθούσε να βάλει σε τάξη αυτά που ένιωθε, αυτά που την έκαναν να χάνεται σε κενά μνήμης, ώρες ατελείωτες που δεν θυμόταν πως πέρασαν. Στιγμές που έπιανε τον εαυτό της να είναι πεπεισμένη πως είναι η Θάλεια, να θρηνεί για στην χαμένη της Ερατώ. Ώσπου μια μέρα η τρέλα της έδωσε την πιο λογική λύση. Στο μυαλό της πια ήταν η Θάλεια. Η Ερατώ είχε πεθάνει. Αυτό ήθελε μια ζωή άλλωστε. 

Ώσπου μια μέρα άνοιξες την πόρτα και μπήκες.
Χωρίς φτερά,
χωρίς αποσκευές,
χωρίς αγάπη
μ’ ένα τεράστιο παγωμένο φεγγάρι
στο δεξί σου ώμο.
Το `ξερα.
έτσι ξαφνικά θα `ρχόσουν
από δρόμους αχάρακτους ακόμα.

Έτσι θα πορευόταν πια. Όχι μόνο για τους άλλους, που έτσι και αλλιώς έτσι την ήξεραν, αλλά και για εκείνην. Και για το παιδί της την Κλειώ. Που έτσι και αλλιώς μια μάνα γνώρισε. Την Θάλεια. 
Βγήκε στο δρόμο και περπάτησε προς το σχολείο. Η άσφαλτος κρύα και άγρια. Μαύρη σαν το παιχνίδι του μυαλού της. Το παιδί της ήταν εκεί και την περίμενε με χαρά. Γυρνώντας στο σπίτι βρήκε τον Δημήτρη να την περιμένει στην παραλία μπροστά στο σπίτι της. Κατευθύνθηκε προς το μέρος της.

Ήρθες
κι έμεινες ξένος.
Ξένος.
Ανάμεσά μας άσφαλτος
πού ολοένα μακραίνει,
από τότε.
Άσφαλτος που γυαλίζει και σκίζει τη ζωή μου στα δύο.

''Δημήτρη τι θες εσύ εδώ;''
Πριν προλάβει να απαντήσει, έξω από το σπίτι πάρκαρε ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Ο Γιάννης φορτωμένος με ψώνια περπατούσε προς την πόρτα. Μπήκε στο σπίτι με δικά του κλειδιά. Μείναν και οι τρεις να κοιτάν ο ένας τον άλλον αποσβολωμένοι.

Η αλήθεια ήταν μπροστά τους και κανείς δεν τολμούσε να την πει. Μα ποια αλήθεια; Όλα πια ήταν μια μη αναστρέψιμη παράσταση. Ο καθένας τους έπαιζε και έναν ρόλο. Ο μοναδικός άνθρωπος που ήξερε την αλήθεια, είχε πείσει τον εαυτό του να ζήσει το ψέμα. Ποιος ήταν το θύμα και ποιος ο θύτης. Η ζωή πάντα θα έχει εναλλαγές. Κάποιες στιγμές θα είσαι ο καλός και κάποιες άλλες ο κακός στην ιστορία.

''Μπαμπά!!!'' μια γλυκιά φωνούλα έσπασε την στιγμή της αμηχανίας.

Σου την έχω στημένη.
Αν διαλέξεις το δρόμο αυτό,
ούτε εδώ,
ούτε εκεί θα με βρεις.
Θα σαι πάντα ανάμεσα,
κι εγώ,
πάντοτε ξένη.

*******



Καλλιτέχνης: Τσανακλίδου Τάνια
Άλμπουμ: Το χρώμα της μέρας
Συνθέτης: Δέλτα Μιχάλης
Στιχουργός: Τσανακλίδου Τάνια

******

Ήταν η δική μου συνέχεια στο συλλογικό δρώμενο που διοργανώνει η Κατερίνα.
Έλαβα την σκυτάλη από την Αλεξάνδρα και την δίνω στην Μαρία.
Ελπίζω να ανταποκρίθηκα στις προσδοκίες σας.
Ευχαριστώ πολύ όλους σας και ιδιαιτέρως την Κατερίνα που με ξεσκούριασε λιγάκι.




Δευτέρα, 4 Μαΐου 2020

Κειμενογράφος (Η ποίηση, σε δύσμοιρους καιρούς - Δημήτρης Α. Δημητριάδης)

Κατά καιρούς δυο αιώνια ερωτήματα επανέρχονται επίμονα. Χρειάζονται, άραγε, οι ποιητές; Έχει θέση η ποίηση στη ζωή των ανθρώπων; Σε δύσκολες και δύσμοιρες εποχές, όπως αυτή που διανύουμε, προβάλλει η ερωτηματικότητα πιο επιτακτικά. Συνήθως είναι η άποψη ότι η ποίηση χρησιμεύει για να ευφρανθούν οι αισθήσεις μέσω της αισθητικής των λέξεων και του εσωτερικού ρυθμού που διαθέτει ένα ποίημα. Οι μεταφορές, οι παρομοιώσεις και οι συμβολισμοί ενός ποιήματος, δημιουργούν εικόνες στους αναγνώστες που ευχαριστούν την αισθητική πλευρά του ανθρώπου. Αν ισχύουν τα παραπάνω και η ποίηση είναι μόνο αυτό, τότε εν πολλοίς είναι μια συνηθισμένη πολυτέλεια στην καθημερινή ζωή, καθώς στο προσκήνιο βρίσκεται η συνεχής πάλη και αγωνία του σημερινού ανθρώπου. Αυτός είναι ένας λόγος που δε διαβάζει ποίηση η πλειοψηφία του κόσμου.

Υπάρχει, όμως, κι ένας λόγος που ανάγεται στην ύπαρξη. Ενώ ενστικτωδώς αναγνωρίζεται ότι η ποίηση αγγίζει κάτι το υψηλό, ταυτόχρονα υπάρχει ένας φόβος προσέγγισής της. Αυτό που ψυχικά έλκει, αλλά και φοβίζει ταυτόχρονα ονομάζεται δέος. Τι είναι αυτό που φοβίζει, άραγε; Στην πραγματικότητα είναι η αναμέτρηση με τον εαυτό. Συνεπώς, η ποίηση είναι κάτι περισσότερο από απλή αισθητική. Ο ποιητής, όταν συλλαμβάνει το περιεχόμενο ενός ποιήματος, πέρα από το τεχνικό και αισθητικό μέρος του πράγματος, βιώνει μια άλλη διάσταση του πραγματικού, ένα γεγονός το οποίο το εξωτερικεύει με λέξεις. Αυτό το γεγονός βιώνεται στο χωροχρόνο της φαντασίας, σε μια άλλη πραγματικότητα. Ο εσωτερικός αυτός χώρος είναι ο φαντασιακός, εκεί όπου συναντιέται η νόηση με τα συναισθήματα. Η νόηση συναισθάνεται και τα συναισθήματα νοούν πάνω στις μορφές.
Αυτές οι μορφές, αποκαθαρμένες από τη διαστρεβλωμένη εξωτερική πραγματικότητα, αληθεύουν και οδηγούν τον ποιητή στην αρχετυπική καταγωγική φύση του ανθρώπου. Στο βαθμό που συμβαίνει κάτι τέτοιο, ο ποιητής φτάνει στην απέραντη ομορφιά της φύσης. Επομένως, εκεί βρίσκεται το Καλό. Στην ουσία ο ποιητής βρίσκεται σε μια διαρκή αναμέτρηση αυθυπέρβασης με τον εαυτό του. Σκοπός του είναι να περάσει την πύλη που θα τον οδηγήσει στην ομορφιά της φύσης του. Η ομορφιά αυτή δεν περιγράφεται με ηθικολογικούς όρους, αλλά με οντολογικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι ποιητές μπορούν εν δυνάμει να είναι ανεξαιρέτως όλοι οι άνθρωποι. Οι εξωτερικές πράξεις των ανθρώπων καθορίζονται μέσα από την εσωτερική λειτουργία. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συμβεί αλλαγή στο πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο, αν δε συμβεί η υπαρξιακή επαναστατική διάβαση του εαυτού στη φύση του. Υπό αυτή την έννοια, η ποίηση έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τον κόσμο. Ο άνθρωπος θέλει;

Δημήτρης Α. Δημητριάδης

****



Παρασκευή, 17 Απριλίου 2020

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Έφυγες, και τώρα τι; (Κυριακή Χατζηκαντή)


Θυμάμαι τα πάντα.
Σε συνάντησα· ήσουν νέος,
με κοίταξες· ήμουν νέα κι εγώ.

Πέρασε μια ζωή, μαζί την περάσαμε,
Από την αρχή μέχρι το τέλος.
Κάθε τέλος και μια αρχή, 
μα το δικό σου τέλος, ήταν και δικό μου.

Σε είδα να γελάς, σε είδα και να κλαις.
Έκλαψα κι εγώ, αλήθεια, πολύ.
«Σκεπαστε τη μαμά να μην κρυώνει. Κοιμήσου αγάπη μου.»
και με σκέπασαν, με το πιο βαρύ σεντόνι.
Τη μοναξιά.

Και σκέπασαν κι εσένα, μια τελευταία φορά.
Και δεν είδα ξανά τα μάτια σου 
και δεν άκουσα ξανά τη φωνή σου.
Σαν να έσβησε ο ήλιος, αθόρυβα και μετά σκοτάδι.

Μέχρι και την τελευταία στιγμή με αγαπάς, πονάς και σκέφτεσαι εμένα.
Να ξέρεις, ήσουν πάντα η ζωή μου.
Αν γύριζα τον χρόνο πίσω, θα σε αγαπούσα ξανά,
από την αρχή, πιο δυνατά, πιο πολύ, εσένα. Ξανά.

Και τώρα, σκεπάστε με, κρυώνω, κλαίω, φοβάμαι.
Έφυγες,
Και τώρα τι;
Αντίο.


***


Ήταν η στιγμή της Κυριακή Χατζηκαντή με ένα ποίημα.




Κυριακή, 12 Απριλίου 2020

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Νοητή προέκταση (Πέτρος Βελούδας)


Προέκταση του χεριού του ο ουρανός
αυτός που αναπλάθει τα σύνορα
αυτογνωσίας, διανθισμένα, εγκαταλελειμένα
χάος στην σμίλη γλύπτη-σκαπανέα
επίγειων κομορφισμών.
Προέκταση του εαυτού του
ο πόνος,εκείνος ο φθηνός
μα συνάμα εξοντωτικός
εκδικητής σωμάτων και
καταστάσεων,καταλήγει
λοιπόν να επεκτείνεται
στην μυστική φυλακή
των...ονείρων!...

***


Ήταν η στιγμή του Πέτρου Βελούδα με ένα ποίημα.




ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ- Ο Πέτρος Κυριάκου Βελούδας γεννήθηκε το έτος 1977 στο Αγρίνιο της Αιτωλοακαρνανίας.Πραγματοποίησε σπουδές ελληνικού πολιτισμού στο Ε.Α.Πανεπιστήμιο Πατρών και είναι καθηγητής (εκπαιδευτής)πολιτισμού.Είναι εκλεγμένος δημοτικός σύμβουλος στην πόλη του(αναπληρωτής πρόεδρος δημοτικής κοινότητας Αγρινίου),αντιπρόεδρος του λαογραφικού μουσείου Αγρινίου,μέλος της πανελλήνιας ένωσης λογοτεχνών.Σε πρόσφατο πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης έλαβε τιμητικό έπαινο.Ο ίδιος και το έργο του συμπεριλαμβάνονται σε πανελλήνια ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια των σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνών.Ποιήματά του ανθολογούνται σε πανελλήνιες ανθολογίες(έκδοση περιοδικού νέα Αριάδνη,ανθολογια της ένωσης Αιτωλ/νάνων λογοτεχνών περιόδου 1821-2002)Ποιήματα του,άρθρα του ,ευθυμογραφήματά του δημοσιεύονται σε εφημερίδες του Αγρινίου ΄΄ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ΄΄,΄΄ΜΑΧΗΤΗΣ΄΄,΄΄ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ΄΄,επίσης στίχοι του έχουν μελοποιηθεί.Ακόμη είναι συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού της Κεφαλλονιάς ΄΄ΚΕΦΑΛΟΣ΄΄,έχει εργαστεί δε και ως παραγωγός ραδιοφώνου.Από τιις εκδόσεις Ίβυκος κυκλοφορεί η ποιητική του συλλογή ΄΄ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ,ΑΓΡΙΝΙΟ 2001΄΄.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Βιβλιοθήκη (Πέρασε µισός αιώνας, Θεέ µου… - Κλειώ Σοφρά)

Από τις εκδόσεις Θερμαϊκός κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο της Κλειώς Σοφρά, με τίτλο «Πέρασε µισός αιώνας, Θεέ µου…». Μέσα από τη διήγηση μιας σημαντικής στιγμής που της άλλαξε τη ζωή, η Κλειώ Σοφρά συστήνεται στο κοινό με την πρόθεση να μεταδώσει την αισιοδοξία της στους αναγνώστες, αλλά και να στείλει μηνύματα αγάπης. Δείτε εδώ περισσότερες πληροφορίες.

Περίληψη

Τα μάτια είναι ωραία όταν έχουν γλυκό και ζεστό βλέμμα. Είναι ο καθρέφτης της ψυχής, όπου κρύβονται μεγάλες αλήθειες που δεν εκφράζονται με λόγια…
αισιοδοξία είναι η ηλιόλουστη πλευρά της ζωής και ζεσταίνει τις καρδιές μας. Οι αναμνήσεις γλυκαίνουν την ψυχή μας και χαμογελάμε στη ζωή σαν να την καλοπιάνουμε.
Με το πέρασμα των χρόνων καταλαβαίνουμε πως όλα αυτά που μας συντροφεύουν μας κάνουν καλύτερους.
Εύχομαι όλοι κάποτε να συναντήσουν έναν πιτσιρίκο που θα τους αλλάξει τη ζωή και θα καταλάβουν πως αυτό που τους συνέβη ήταν ένα μεγάλο θαύμα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Κλειώ (Ευρύκλεια) Σοφρά γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί σπούδασε και έζησε τα ωραιότερα χρόνια με τους αγαπημένους της γονείς έχοντας τις πιο γλυκές αναμνήσεις. Έχει ρίζες από τη Μικρά Ασία-Σμύρνη.
Στα 22 της δημιούργησε οικογένεια και σήμερα ζει στη Σαλαμίνα.
Έχει δύο αξιαγάπητους γιους.
Αποφάσισε να γράψει το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Πέρασε µισός αιώνας, Θεέ µου…» γιατί ήθελε να στείλει μηνύματα αγάπης, εκτίμησης και αισιοδοξίας σε έναν κόσμο που κάποτε πρέπει να γίνει καλύτερος.
Επικοινωνήστε με τη συγγραφέα: email: cleosofra@gmail.com



Τρίτη, 31 Μαρτίου 2020

Η στιγμή σας με ένα ποίημα - Η μοναξιά κατασπαράζει (Μανώλης Μπίστας)


Κι είναι κάποιες νυχτιές
που τη μοναξιά 
να την ακούσεις μπορείς
στην τέντα 
και στα ξύλινα παραθυρόφυλλα,
που ο άνεμος, χτυπά.
Την αφουγκράζεσαι,
στις φυλλωσιές του κήπου
που αντιστέκονται στ’ αγέρι,
στη στέγη του σπιτιού
που τελειώνουν το ταξίδι οι σταγόνες·
στο δωμάτιο με το ανάκλιντρο
στις συζητήσεις,
στον ήχο της πένας που σέρνεται στο χαρτί.

Κι είναι κάποιες νύχτες
που η μοναξιά κατασπαράζει – 
τ’ άυλα ζωτικά σου όργανα.

***

Ήταν η στιγμή του Μανώλη Μπίστα με ένα ποίημα.



Κυριακή, 29 Μαρτίου 2020

Ενημέρωση

Αγαπημένοι μου φίλοι και αναγνώστες σας χαιρετώ.

Θα ήθελα με αυτήν μου την ανάρτηση να επισημάνω κάποιες αλλαγές στο εν λόγω μπλογκ. Το Κείμενο ξεκίνησε πριν μερικά χρόνια ως μια συλλογή δικών μου και δικών σας κειμένων, ενημέρωση σχετικά με εκδόσεις, διοργάνωση λογοτεχνικών δρώμενων και γενικότερα σαν ένα σημείο αναφοράς συλλογικής δημιουργίας. 

Η προσδοκία όμως να εξελιχθεί σε κάτι μεγάλο, σε μια κοιτίδα αλληλεπίδρασης μεταξύ μας, σε μια συνεχόμενη πρόσκληση και πρόκληση δημιουργίας, ναυάγησε ελλείψει χρόνου. Και είναι πραγματικά κρίμα και άδικο να μου στέλνετε τα κείμενά σας, τα βιβλία σας και γω να μην μπορώ να τα παρουσιάσω όπως τους αρμόζει ή να τα αναρτώ μετά από μήνες.

Λόγω λοιπόν αυτής της αδυναμίας θα ήθελα να σας παρακαλέσω να μην μου στέλνετε άλλες συμμετοχές. Τις επόμενες μέρες θα αναρτήσω όσες συμμετοχές μου έχετε στείλει και μετά το Κείμενο θα παραμείνει ως λογοτεχνικό μπλογκ, αλλά θα φιλοξενεί μόνο δικά μου λογοτεχνικά δρώμενα, όπως οι 25 λέξεις ή τα Χαϊκού (τα οποία ομολογουμένως έχω πολύ καιρό να διοργανώσω), κείμενα και ποίηση δική μου. 

Υπάρχει μια σκέψη να μεταφερθούν όλες οι δικές μου δημιουργίες σε ένα άλλο μπλογκ, πιο προσωπικό και αυτό να μείνει μόνο για την διοργάνωση δρώμενων, την οποία ακόμα επεξεργάζομαι. Πάντως νοιώθω πως ένας κύκλος κλείνει, χωρίς να έχει εκπληρώσει αυτό που ονειρευόμουν και ότι θα πρέπει να ανοίξει κάποιος άλλος. Ο καιρός θα δείξει. 

Θα ήθελα λοιπόν να σας ευχαριστήσω για όλη την στήριξη και την εμπιστοσύνη. Η επιθυμία μου να ευοδωθεί το αρχικό μου σχέδιο δεν έχει σβήσει και με την πρώτη ευκαιρία το Κείμενο θα επανέλθει και θα σας δώσει βήμα και λόγο.

Κλείνω με μια ευχή. 

Θα βρεθούμε ξανά, όταν όλα θα έχουν περάσει.





Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2020

Ίσως αύριο...

Αποτέλεσμα εικόνας για Carl Spitzweg: The Poor Poet (1835)
Carl Spitzweg:
The Poor Poet (1835)

Το απόγευμα υγρό όπως όλα αυτής της Άνοιξης. Θαρρείς πως ο χειμώνας την κρατά από τα μαλλιά και δεν την αφήνει να ανθίσει. Μια μυρωδιά λουλουδιών και καυσόξυλου μπέρδευε τον νου και τις εποχές. 

Κάποια βήματα ακούστηκαν στις ξύλινες σκάλες. Το εκνευριστικό τρίξιμό τους μαρτυρούσε τα χρόνια που τις ποδοπάταγαν. Ένα νευρικό χτύπημα στην πόρτα, μου χάλασε την σιέστα. Άνοιξα τα μάτια μου απότομα και για μερικά δευτερόλεπτα κράτησα την αναπνοή μου, για να συγκεντρωθώ σε τυχόν ήχους πίσω από την πόρτα. Τίποτα. Βήματα ξανακούστηκαν στις σκάλες, αυτή τη φορά αποχώρησης. 

Γύρισα πλευρό και επικεντρώθηκα στον φουσκωμένο απ΄τα χρόνια τοίχο. Ο σοφάς ήταν έτοιμος να πέσει αλλά αυτό ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε αυτή την στιγμή. Η πείνα ήταν κάτι πιο άμεσο που έπρεπε να ικανοποιηθεί. Μεσοβέζικα πράγματα. Δυο αβγά βραστά και ένα κομμάτι ψωμί, αρκούν για να κοροϊδέψω την αδυναμία μου για μερικές ώρες. Δεν θέλω να χορτάσω. Δεν μπορώ να χορτάσω. 

Στρώνω πρόχειρα το κρεβάτι για να ξαναξαπλώσω. Η ανάγκη να καπνίσω γίνεται όλο και πιο έντονη, ασχέτως που απέχω από αυτό πολλά χρόνια. Πολλές φορές σκέφτομαι αν έχει νόημα να αντιστέκομαι. 

Έχει αρχίσει να βρέχει. Κλείνω τα μάτια και ακούω τις στάλες. Πόσους ανθρώπους να αφορά αυτή η βροχή; Σε άλλους προκαλεί εκνευρισμό, σε άλλους θαλπωρή, βαρεμάρα, σε άλλους έμπνευση. Για μένα μια ακόμα δικαιολογία να μην βγω. Ο ήχος της κάλυψε τα βήματα στις σκάλες και αυτή την φορά άκουσα μόνο τον χτύπο στην πόρτα.

Κάποιος επιμένει. Ίσως αύριο ανοίξω... ίσως μεθαύριο...

**********

Ήταν η συμμετοχή μου στην Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη που επιμελείται η Μαίρη. Αφορμή έμπνευσής η φωτογραφία - πίνακας που μου έδωσε η Αλεξάνδρα και η λέξη ''αύριο''. Ευχαριστώ και τις δύο σας για την προτροπή δημιουργίας.
Με την σειρά μου δίνω και για στην Μαρία την παρακάτω φωτογραφία και λέξη.


πολυκατοικία

Καλή έμπνευση.