Υπνοβάτες, ξυπόλητοι στο βάθος της νύχτας.
Πεινασμένοι για τροφή και σκέψη,
κουρασμένοι, ανίκανοι να νιώσουμε την πλάνη της.
Φλεγόμενοι στην μέση του χειμώνα,
ψάχνουμε στα στενά της το σ΄ αγαπώ που μας πήραν πίσω.
Δεν υπάρχει εδώ κανένα καλοκαίρι,
μόνο βροχές και κρύο.
Αιχμάλωτοι μια πόλης που την ζήσαμε ως ελεύθεροι.
Ελεύθεροι, μαζί, όμως τόσο μόνοι.
Μιας πόλης που ότι δημιουργήσαμε το ξέρασε στην θάλασσα
και ότι περάσαμε μαζί της, ότι μας πρόσφερε, το πήρε πίσω στο διπλάσιο.
Μια νύμφη που πλάνεψε τα άπειρα νιάτα μας.
Ο μύθος λέει πως το λιμάνι μαζεύει τις χαμένες ψυχές.
Αυτές που μουχλιάζουν στην υγρασία της,
ζαλίζονται στην μυρωδιά της και στον υπόκωφο ήχο της.
Τα κάστρα της επιβλέπουν την σφαγή,
στήνουν ψεύτικες γιορτές
και υποτάσσουν τους εραστές σε έναν ατελείωτο γλυκό χειμώνα.
Ξυστά περάσαμε και δεν διαλυθήκαμε από τον έρωτά της,
όμως νιώσαμε την απόρριψη ως το κόκκαλο.
Φύγαμε μακριά και νομίσαμε ότι γλιτώσαμε.
Ότι η σκέψη θα θαφτεί βαθιά στα σκοτεινά νερά της.
Ένα ποτό και ένα λαθραίο τσιγάρο,
ίσως και ένα φιλί ξαφνικό.
Ένα λουλούδι, ένα βιβλίο, μια μουσική και ένας ήλιος να πέφτει στην θάλασσα.
Ήταν άραγε όλα αυτά αληθινά;
Τα ζήσαμε εμείς ή κάποιοι άλλοι;
Στην βαλίτσα της επιστροφής
αγκάθια έχουν φυτρώσει.
Και ούτε ένα ρόδο...
❄️❄️❄️❄️❄️❄️❄️❄️
Με αυτή την ανάρτηση συμμετέχω στα Χειμωνιάτικα αποτυπώματα - Ένα Ποίημα για το χειμώνα της Αριστέας.
Στην Θεσσαλονίκη έχω ζήσει πολύ όμορφες μέρες και ατελείωτες νύχτες.
Να μην παρεξηγηθούν οι φίλοι Θεσσαλονικείς, καθώς έχω περάσει μαζί σας πολύ όμορφα.
Απλά όπως όλοι ξέρετε, μου είναι πιο εύκολο να περιγράψω το σκοτάδι, παρά το φως.
