Αγαπώ ένα ποίημα,
Με ακολουθεί από παιδί.
Κρυμμένο στα βιβλία της δανειστικής μας βιβλιοθήκης.
Της σιδερένιας, με τα γδαρσίματα γεμάτα σκουριά.
Με τις γυάλινες πόρτες και την συρόμενη κλειδαριά.
Που τα κλειδιά της τα είχε ο προνομιούχος μαθητής.
Ορισμένο προνόμιο εκ των γονέων και όχι των δασκάλων.
Όμως μηδένα προ του τέλους μακάριζε.
Αυτό το ποίημα,
έσβηνε ότι φως υπάρχει στον σύμπαν.
Εμένα όμως μου άρεσε,
γιατί μου επισήμανε ρητά το τέλος όλων μας.
Είναι και αυτό ένα είδος ελευθερίας.
Να μπορείς να δεις ξεκάθαρα την ματαιότητα αυτού του κόσμου.
Ωμή την κάθε στιγμή του καθένα.
Αυτού που νομίζει πως κρεμόμαστε απ΄ τα χείλη του.
Αν και φαινομενικά δηλώνει τον θάνατο,
εμένα με έκανε να προχωρώ.
Γιατί μου έδειχνε γυμνή την αλήθεια της ζωής μας.
Ξεκοκαλισμένη, χωρίς περιστροφές.
Τοποθετώντας το κάθε τι στην θέση του.
Λαμβάνοντας την απόφαση ότι τίποτα δεν είναι ατέρμονο,
περαστικοί σε αυτό τον κόσμο, φιλοξενούμενοι.
Το θυμάμαι να με ορίζει, να με αλλάζει.
Στρυμωγμένο στου γυμνασίου τις σάκες,
στις κατεστραμμένες μου κασετίνες,
γραμμένο στο πράσινο θρανίο.
Κάθε στίχος και μια επικίνδυνη απόκλιση.
Σαν σφαίρα στις άγουρες σκέψεις μου,
στην άγνοιά μου.
Το διαβάζω για ακόμα μια φορά.
Πάω ξανά σε εκεί την ψηλοτάβανη αίθουσα με τα κακόγουστα χρώματα.
Τις θεόρατες ξύλινες πόρτες.
Που οδηγεί ίσια μπροστά στην πιο σκληρή παραδοχή.
Σε μικρά, σκοτεινά αδιέξοδα.
Στην Πρέβεζα που έχει ο καθένας μέσα του.
Και όταν όντως κάποιος πέθανε από αηδία,
μεταθέτοντας δυσμενώς κάθε ελπίδα,
η ζωή μου έστριψε απότομα.
********
Ήταν η συμμετοχή μου στον διαγωνισμό ποίησης U Write του itravelpoetry.com
που συμπεριλήφθηκε στην σχετική ποιητική συλλογή.
Είναι αναφορά στην Πρέβεζα του Κ. Καρυωτάκη, είναι ποίημα που σημάδεψε τα παιδικά μου χρόνια και την μετέπειτα ποιητική μου σκέψη.


