Δρόμοι υγροί, γυαλίζουν και αντικατοπτρίζουν την καθημερινότητά μας. Όταν βρέχει ασταμάτητα, θαρρείς οι αποφάσεις γίνονται πιο αδιέξοδες, όμως πιο αναγκαστικές, επιτακτικές. Η καλοκαιρία μας επαναπαύει, αναβάλει την επιλογή.
Στάθηκα στο παράθυρο και κοίταξα την βροχή. Έπεφτε σαν καρφιά και κάρφωνε την έρημη γη. Ελάχιστα αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν, ακόμα πιο λίγοι πεζοί. Έβαλα ένα κρασί για να πάω κόντρα στο σώμα μου και στο στομάχι μου που μου το απαγόρευε. Οι τάσεις αυτοκαταστροφής πάντα με γοητεύαν, ακόμα και αν ήμουν εγώ αυτή που τις προκαλούσε. Πάει καιρός από τότε που κατέστρεψα ένα όνειρο. Δεν άνοιξα την πόρτα στην αγάπη. Νόμιζα ότι δεν είχα κάτι να δώσω. Είχα, αλλά δεν ήθελα. Και να ΄μαι τώρα εδώ, να μην μπορώ να βρω τα κομμάτια μας να τα ενώσω.
Συνέχισα να πίνω όρθια στο παράθυρο. Θέλοντας να κάνω ακόμα περισσότερο κακό στον εαυτό μου, άναψα τσιγάρο. Ίσως αυτός να ήταν ένας υπόγειος τρόπος να πειστώ ότι πρέπει να δοθεί ένα τέλος σε αυτό που περνάω ή να γίνει μια νέα αρχή. Η μεγάλη λεωφόρος κάτω από τα πόδια μου με καλούσε. Η μαύρη άσφαλτος γυαλισμένη και καθαρή μοιάζει πια φίλη μου. Έκατσα στον καναπέ και έκλεισα για λίγο τα μάτια μου. Πολλές σκέψεις και ακόμα πιο πολλές ερωτήσεις. Αναπάντητες και ανώφελες. Είμαι τόσο κουρασμένη. Ένα πνίξιμο και μια απαίσια γεύση στο στόμα μου, με έκαναν και άνοιξα τα μάτια μου απότομα. Φόρεσα ότι βρήκα μπροστά μου και βγήκα στον δρόμο.
Ήταν περασμένες δέκα και η βροχή συνέχιζε δυνατή. Συνειδητοποίησα πως δεν είχα πάρει ομπρέλα. Λίγο με ένοιαξε. Ας γίνω μούσκεμα. Τα λάθη μου είναι μεγαλύτερα και τίποτα πια δεν με επηρεάζει. Χωρίς να βιάζομαι, θέλοντας να τιμωρήσω τον εαυτό μου για τις επιλογές μου, αφήνω την βροχή να με μουσκεύει και κατευθύνομαι προς το αμάξι μου. Οδήγησα πέντε λεπτά και πάρκαρα πρόχειρα στον αδιέξοδο δρόμο που μένεις.
Περπάτησα και στάθηκα στο πεζοδρόμιο απέναντι από το σπίτι σου. Στο ισόγειο διαμέρισμά σου το φως ήταν αναμμένο και τα παντζούρια ανοιχτά. Άναψα ακόμα ένα τσιγάρο και προσπάθησα να δω μέσα από τις κουρτίνες το εξωτερικό του. Ρουφούσα τον καπνό και ετοίμαζα στην γλώσσα μου αυτή την συγνώμη που δεν μπόρεσα ποτέ να πω. Ίσως αν με συγχωρούσες να μπορούσα και εγώ να δώσω ένα τέλος στις ενοχές μου. Το τσιγάρο μου βράχηκε και σταμάτησε να καίει. Οι στάλες έπεφταν στα μάτια μου και θόλωναν την όρασή μου. Στο μυαλό μου μια φωτιά έκαιγε και η ζωή μου ζητούσε μια λύτρωση. Ένα τέλος ή μια αρχή. Για μια στιγμή πίστεψα πως απλά θα χτυπήσω το κουδούνι σου και συ θα με δεχτείς πίσω χωρίς ερωτήσεις. Πως θα βρεθώ ξανά στο εσωτερικό του σπιτιού σου και αυτήν την φορά θα γίνουν όλα σωστά. Δεν θα υπάρχει παρελθόν, δεν θα υπάρχουν λάθη, δεν θα υπάρχει τίποτα που να τραβάει πίσω τις ζωές μας.
Έκανα το μεγάλο βήμα και κατευθύνθηκα προς την πόρτα σου, αλλά ένας θόρυβος με σταμάτησε. Η μπαλκονόπορτα άνοιξε. Μια γυναικεία παρουσία βρήκε για λίγα δευτερόλεπτα στο μικρό μπαλκονάκι, επιβεβαίωσε ότι βρέχει ακόμα και έκλεισε δυνατά τα παντζούρια, θέλοντας να κρατήσει έξω την βροχή, την νύχτα, εμένα.
Πάγωσα από αυτό που είδα και από το νερό που πλέον είχε φτάσει μέχρι το κόκκαλο. Η βροχή μετατράπηκε σε καταιγίδα και γω στεκόμουν στο πεζοδρόμιο αναζητώντας μια λύση. Μα έβλεπα πως λύση δεν υπάρχει πια. Μόνο το τέλος, που και αυτό στην ουσία είναι μια λύση. Οι στάλες με αγκάλιαζαν, με ξεγύμνωναν και μου έδειχναν την αλήθεια. Μια αλήθεια που έπρεπε να πλέον να αποδεχτώ, να συγχωρήσω εγώ τον εαυτό μου. Να προχωρήσω χωρίς εσένα. Στην επόμενη βροχή, στην επόμενη καταιγίδα. Αντίο.
🌧🌧🌧🌧🌧🌧🌧🌧🌧🌧
Γράψτε και 'σεις μια Ιστορία του Φθινοπώρου.
ή μια Ιστορία της βροχής.

Εξαιρετικό φίλη μου Μαρία! Καταιγιστικό στον ρυθμό και μου κράταγε αμείωτο το ενδιαφέρον η περιγραφή των συναισθημάτων και της βροχής! Συγχαρητήρια!
ΑπάντησηΔιαγραφή